Η καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας εξηγεί γιατί η τουριστικοποίηση απειλεί την κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητα των νησιών και των μικρών κοινοτήτων της χώρας

Η συζήτησή μου με την Ίριδα Λυκουριώτη, καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, για όσα συμβαίνουν σήμερα στα νησιά και στις μικρές πατρίδες της χώρας που σταδιακά μαραζώνουν, μου επέτρεψε να δω με μεγαλύτερη καθαρότητα από ποτέ το μέλλον που διαγράφεται για αυτούς τους τόπους.
Όταν οι πολίτες έχουν οδηγηθεί σε οικονομική ασφυξία και αδυνατούν να συντηρήσουν το πατρικό σπίτι που κληρονόμησαν από τους γονείς ή τους παππούδες τους, όταν η πρόσβαση στον τόπο καταγωγής τους γίνεται ολοένα δυσκολότερη εξαιτίας του δυσβάσταχτου κόστους των μετακινήσεων και όταν η επίσημη πολιτεία παρουσιάζει ως λύση για τη βιωσιμότητα των μικρών νησιών και χωριών την προσέλκυση εύπορων συνταξιούχων από το εξωτερικό ή ψηφιακών νομάδων, τότε είναι φανερό ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας.
Η πραγματική ανάπτυξη δεν μπορεί να μετριέται με τον αριθμό των εξοχικών κατοικιών, των επενδύσεων ή των εποχικών επισκεπτών. Μετριέται με το αν οι νέοι άνθρωποι μπορούν να παραμείνουν στον τόπο τους, να δημιουργήσουν οικογένεια, να εργαστούν και να ζήσουν με αξιοπρέπεια.
Αν τα παιδιά και τα εγγόνια μας δεν μπορούν να ζήσουν στα νησιά και στα χωριά των προγόνων τους, αν δεν υπάρχει διαγενεακή συνέχεια και οι τόποι αυτοί μετατρέπονται σε προορισμούς για περιστασιακούς, εποχικούς και ευκαιριακούς κατοίκους και χρήστες, τότε δεν μιλάμε για ανάπτυξη. Μιλάμε για τη σταδιακή αποψίλωση της κοινωνικής και πολιτισμικής τους ταυτότητας.
Η κ. Λυκουριώτη, στη συνέντευξη που ακολουθεί εξηγεί γιατί θεωρεί ότι η τουριστικοποίηση απειλεί να μετατρέψει τα νησιά σε προϊόντα κατανάλωσης, αναλύει την έννοια της «νησιωτικοποίησης» ως ένα διαφορετικό πρότυπο σκέψης για τον χώρο και την ανάπτυξη και θέτει ένα ερώτημα που αφορά όλους μας: θέλουμε τόπους ζωντανούς, με μόνιμους κατοίκους, κοινωνική συνοχή και προοπτική για τις επόμενες γενιές ή τόπους που θα λειτουργούν αποκλειστικά ως τουριστικά σκηνικά και επενδυτικά προϊόντα;
«Με ανησυχεί το μέλλον των τοπικών κοινωνιών»
–Διαβάζοντας ένα παλαιότερο κείμενό σας για την αλλοίωση του χαρακτήρα των νησιών μας, θα έλεγα ότι πίσω από την κριτική σας για τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται, κρύβεται μια βαθύτερη αγωνία για το μέλλον τους. Τι είναι αυτό που σας ανησυχεί περισσότερο σήμερα όταν κοιτάζετε το Αιγαίο;
«Αυτό που με απασχολεί πρωτίστως είναι το μέλλον των τοπικών κοινωνιών, τις οποίες αντιλαμβάνομαι ως φύλακες πολιτισμού με βαθιές ρίζες στον ιστορικό χρόνο. Παράλληλα, με προβληματίζει ο τρόπος με τον οποίο η ελληνική πολιτεία διαχειρίζεται συνολικά την ανάπτυξη αυτών των τόπων. Τα νησιά αποτελούν σήμερα την πιο ορατή έκφραση ενός ευρύτερου και πολυεπίπεδου προβλήματος. Για τη δική μας γενιά υπήρξαν τόποι μακράς διαβίωσης, παραθερισμού και ουσιαστικής σύνδεσης με τις τοπικές κοινότητες».
-Αναφέρεστε συχνά στην απώλεια της ταυτότητας των νησιών. Όταν λέμε ότι ένας τόπος χάνει τον χαρακτήρα του, τι ακριβώς εννοούμε; Τι είναι αυτό που χάνεται πρώτο;
«Δεν είμαι βέβαιη ότι υπάρχει κάτι που χάνεται πρώτο. Πρόκειται για μια σύνθετη και πολυπαραγοντική διαδικασία. Ο χαρακτήρας ενός τόπου δεν είναι μια εξωτερική εικόνα που απλώς παρατηρούμε να αλλάζει, ούτε αφορά μια νοσταλγική επιστροφή σε ένα παρελθόν που χάθηκε. Αυτό που μετασχηματίζεται είναι ο ίδιος ο κοινωνικός ιστός και το υλικό του αποτύπωμα: το τοπίο, τα κτίσματα, οι παραγωγικές δραστηριότητες, τα εργαλεία, οι τρόποι ζωής και οι σχέσεις που συγκροτούν μια κοινότητα. Γι’ αυτό, όταν μιλώ για απώλεια ταυτότητας, δεν αναφέρομαι στην εμπειρία του επισκέπτη, αλλά στη μεταβολή της κοινωνικής συγκρότησης των τόπων και του υλικού πολιτισμού που τη συνοδεύει».

Η «νησιωτικοποίηση» απέναντι στην τουριστικοποίηση
–Σε κείμενά σας προτείνετε την έννοια της «νησιωτικοποίησης» ως αντίβαρο στην τουριστικοποίηση. Τι σημαίνει αυτό;
«Η Ελλάδα είναι μια κατεξοχήν αρχιπελαγική χώρα και τα νησιά της έχουν αναπτύξει διαχρονικά ιδιαίτερους τρόπους οργάνωσης της ζωής. Παρότι συχνά απομονώνονται λόγω των συνθηκών, παραμένουν ταυτόχρονα συνδεδεμένα μεταξύ τους μέσα από δίκτυα επικοινωνίας, ανταλλαγών και μετακινήσεων.
Αυτή η συνθήκη δημιούργησε κοινωνίες με μεγάλη ανθεκτικότητα, ικανές να διατηρούν τη ζωή, την παραγωγή και τον πολιτισμό τους ακόμη και σε δύσκολες περιόδους. Τα νησιά αποτελούν πρότυπα σχετικής αυτάρκειας και διασύνδεσης.
Αντί όμως να μελετούμε αυτά τα χαρακτηριστικά ως εργαλεία για ένα πιο βιώσιμο αναπτυξιακό μοντέλο, τα εντάσσουμε όλο και περισσότερο στις ροές του παγκοσμιοποιημένου μαζικού τουρισμού. Έτσι από τόποι με ιδιαίτερη φυσιογνωμία και ανθεκτικότητα, μετατρέπονται σταδιακά σε προϊόντα μιας διεθνούς τουριστικής αγοράς».
«Ο τουρισμός χρειάζεται όρια»
– Υπάρχουν παραδείγματα χωρών ή περιοχών που κατάφεραν να προστατεύσουν τον χαρακτήρα τους από την υπερβολική τουριστική ανάπτυξη;
«Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι όσο πιο ισχυρό είναι το ρυθμιστικό πλαίσιο, τόσο πιο ισορροπημένη είναι η σχέση τουρισμού και τοπικής κοινωνίας. Χρειάζονται κανόνες για τη χρήση γης, για το τι χτίζεται και πού, για την προστασία των φυσικών πόρων.
Δεν μπορείς να επιτρέπεις ανεξέλεγκτα πισίνες σε περιοχές με σοβαρά προβλήματα υδροδότησης ή να ιδιωτικοποιείς κρίσιμες εκτάσεις που είναι απαραίτητες για την επιβίωση μιας τοπικής κοινωνίας. Χωρίς όρια, το περιβάλλον και οι κοινωνίες υφίστανται μεγάλες πιέσεις.
–Έχω την αίσθηση ότι η κατάσταση σήμερα είναι χειρότερη από ό,τι πριν από λίγα χρόνια; Συμφωνείτε;
«Ναι. Το ενδιαφέρον είναι ότι ένα κείμενο που έγραψα πριν από τέσσερα χρόνια εξακολουθεί να μοιάζει σαν να γράφτηκε σήμερα. Πολλά από τα φαινόμενα που τότε διακρίναμε ως ανησυχητικές τάσεις έχουν πλέον παγιωθεί.
Οι μεταβολές αυτές συνδέονται με πολιτικές που ξεκίνησαν ήδη από την περίοδο των μνημονίων και αφορούσαν τη διαχείριση της γης, των δημόσιων αγαθών και των μηχανισμών ελέγχου. Σήμερα βλέπουμε πιο καθαρά τις συνέπειες αυτών των επιλογών.
Συχνά παρουσιάζεται ως λύση η προσέλκυση εύπορων συνταξιούχων από το εξωτερικό ή ψηφιακών νομάδων. Αυτοί όμως είναι κατά κανόνα προσωρινοί ή εποχικοί κάτοικοι.
Η πραγματική ανάπτυξη δεν είναι να αυξήσεις στατιστικά τον πληθυσμό. Είναι να δημιουργήσεις τις προϋποθέσεις ώστε οι νέοι άνθρωποι να μπορούν να παραμείνουν στον τόπο τους. Ένας καλός σχεδιασμός πρέπει να απαντά σε ένα απλό ερώτημα: θα μπορούν και τα εγγόνια μας να ζήσουν εδώ με αξιοπρέπεια;
Τουρισμός και τουριστικοποίηση δεν είναι το ίδιο
–Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον τουρισμό και την τουριστικοποίηση;
«Η Ελλάδα ήταν πάντοτε μια χώρα με ισχυρό τουριστικό τομέα. Η τουριστικοποίηση, όμως, είναι κάτι διαφορετικό. Είναι η διαδικασία κατά την οποία ολόκληρη η οικονομία και η κοινωνική ζωή οργανώνονται γύρω από τις ανάγκες της τουριστικής αγοράς.
Όταν η κατοικία, η γη, οι δημόσιοι χώροι και οι τοπικές δραστηριότητες εξαρτώνται αποκλειστικά από τον τουρισμό, τότε η οικονομία γίνεται ευάλωτη και οι τοπικές κοινωνίες χάνουν σταδιακά τον έλεγχο του ίδιου τους του τόπου.
Τα τελευταία χρόνια είδαμε σημαντικές πρωτοβουλίες πολιτών για την προστασία παραλιών, βουνών και φυσικών πόρων. Οι άνθρωποι που ζουν σε έναν τόπο γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα την αξία του. Αυτή η κοινωνική κινητοποίηση είναι ιδιαίτερα σημαντική και δείχνει ότι υπάρχει ενδιαφέρον για το κοινό μέλλον».

-Η αρχιτεκτονική κοινότητα έχει μερίδιο ευθύνης για τη σημερινή εικόνα των νησιών;
«Οι αρχιτέκτονες εργάζονται μέσα στις συνθήκες που δημιουργεί η οικονομία και η πολιτεία. Ωστόσο, δεν είμαστε μόνο επαγγελματίες. Είμαστε και πολίτες. Έχουμε ευθύνη να τηρούμε τις αρχές δεοντολογίας του επαγγέλματός μας και να συμμετέχουμε στον δημόσιο διάλογο.
Η προστασία του τόπου δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα τεχνικό. Είναι πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό. Και αφορά όλους μας».