Ένα νησί, 5.000 γυναίκες και μια ιστορία που δεν πρέπει να ξεχαστεί

Ένα τριήμερο μνήμης για τις γυναίκες που βρέθηκαν εξόριστες στο Παλαιό Τρίκερι στα χρόνια του Εμφυλίου

 

Επιστρέφοντας από τις ολιγοήμερες διακοπές μου στο Πήλιο, το πρώτο πράγμα που έκανα, ήταν να σημειώσω μια υπενθύμιση στο ημερολόγιό μου: του χρόνου, τέτοια εποχή, να βρεθώ ξανά στο Παλαιό Τρίκερι. Όχι για τις παραλίες και τα γραφικά σοκάκια του, αλλά για να παρακολουθήσω τις εκδηλώσεις που διοργανώνονται ανελλιπώς τα τελευταία τρία χρόνια και να γνωρίσω καλύτερα έναν τόπο που συνδέεται με μια από τις λιγότερο γνωστές και πιο συγκλονιστικές σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

 

Το μικρό νησί στην είσοδο του Παγασητικού, που μπορεί κανείς να διασχίσει με τα πόδια μέσα σε τρεις ώρες, υπήρξε τόπος εξορίας για περίπου 5.000 γυναίκες την περίοδο 1948-1953. Γυναίκες μόνες ή μαζί με τα παιδιά τους, που βρέθηκαν έγκλειστες στα λεγόμενα «στρατόπεδα πειθαρχημένης διαβιώσεως», πληρώνοντας το τίμημα των πολιτικών τους πεποιθήσεων ή των οικογενειακών τους δεσμών. Γυναίκες που μεταφέρονταν από το Τρίκερι στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη και ξανά πίσω, σε μια αδιάκοπη διαδρομή καταστολής, απομόνωσης και ψυχολογικής πίεσης.

 

Σήμερα, δεκαετίες μετά, το Παλαιό Τρίκερι εξακολουθεί να λειτουργεί ως τόπος μνήμης, περισυλλογής και ιστορικού αναστοχασμού.

 

Φτάνοντας στο Παλαιό Τρίκερι την Παρασκευή 3 Ιουλίου, ανακάλυψα με έκπληξη ότι το νησί φιλοξενούσε εκείνες τις ημέρες ένα τριήμερο αφιερωμένο στις εξόριστες γυναίκες του. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η έκπληξή μου όταν έμαθα ότι η διοργάνωση πραγματοποιείται σταθερά τα τελευταία τρία χρόνια από την Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Βόλου, σε συνεργασία με τον νεοσύστατο Εκπολιτιστικό και Εξωραϊστικό Σύλλογο Τρικεριωτών «Κικύνηθος» και το Μουσείο Πολιτικών Εξορίστων Άη Στράτη.

Παρότι βρέθηκα εκεί τις ημέρες του αφιερώματος, δεν είχα οργανώσει την παραμονή μου έτσι ώστε να μπορέσω να παρακολουθήσω τις εκδηλώσεις. Έμαθα όμως αργότερα από τα μέλη της ΟΠΙΒΟ για την επιτυχία του τριημέρου, τη θερμή ανταπόκριση του κόσμου και τις συγκινητικές μαρτυρίες που ακούστηκαν. Και κάπως έτσι γεννήθηκε η υπόσχεση που έδωσα στον εαυτό μου επιστρέφοντας, να ξαναβρεθώ του χρόνου στο νησί, αυτή τη φορά για να συμμετάσχω κι εγώ σε αυτή τη σημαντική συνάντηση μνήμης.

 

Κεντρικός άξονας της φετινής διοργάνωσης δεν ήταν μόνο η εμπειρία της εξορίας, αλλά και η σχέση των γυναικών με τη μνήμη μετά την επιστροφή τους από τους τόπους εγκλεισμού. Μέσα από προφορικές μαρτυρίες, αρχειακό υλικό και συλλογικές δράσεις, αναδείχθηκε ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιες οι εξόριστες επέλεξαν να θυμούνται, να διαχειρίζονται το τραύμα της εξορίας και να διατηρούν ζωντανούς τους δεσμούς τους με το παρελθόν τους.

 

Όπως επισημαίνουν οι διοργανωτές, ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στη συμπεριληπτική προσέγγιση της ιστορίας. Η μνήμη δεν αφορά μόνο όσες αντιστάθηκαν μέχρι τέλους, αλλά το σύνολο των περίπου 5.000 γυναικών που βίωσαν την εξορία, ανεξάρτητα από τις προσωπικές τους διαδρομές, τις επιλογές ή τις αντοχές τους. Πρόκειται για μια οπτική που εναρμονίζεται με το πνεύμα ενότητας που είχαν υιοθετήσει οι ίδιες οι πολιτικές εξόριστες και το οποίο αποτέλεσε το βασικό μήνυμα της φετινής διοργάνωσης.

 

Οι εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στο λιμάνι του Αη Γιάννη και στον χώρο της Μονής Παναγίας Ευαγγελίστριας και περιλάμβαναν:

 

-την προβολή του ντοκιμαντέρ του δημοσιογράφου Νίκου Ασλανίδη «Οι γυναίκες της εξορίας»

ΦΩΤΟ ΟΠΙΒΟ

-εργαστήριο δημιουργίας περιοδικού με θέμα την εξορία και τη μνήμη, αξιοποιώντας γραπτές μαρτυρίες, ποιήματα, φωτογραφίες και χαρακτικά

ΦΩΤΟ ΟΠΙΒΟ

-καθώς και έναν ιστορικό περίπατο μνήμης στα ίδια μονοπάτια που περπατούσαν οι εξόριστες γυναίκες. Σε κάθε στάση της διαδρομής ακούγονταν ηχητικά αποσπάσματα από προφορικές μαρτυρίες των ίδιων των εξόριστων και των παιδιών τους, προσφέροντας στους συμμετέχοντες μια βιωματική εμπειρία και μια σπάνια ευκαιρία να προσεγγίσουν την ιστορία μέσα από τις φωνές εκείνων που τη βίωσαν.

ΦΩΤΟ ΟΠΙΒΟ

Το πρόγραμμα συμπληρώθηκε από μουσικό αναλόγιο με τραγούδια και αναγνώσεις κειμένων, αλλά και από μια συλλογική κουζίνα που μετέτρεψε το κοινό γεύμα σε μια ακόμη πράξη μνήμης, συνάντησης και συνύπαρξης.

ΦΩΤΟ ΟΠΙΒΟ

Παράλληλα, καθ’ όλη τη διάρκεια του τριημέρου, στον χώρο του Μοναστηριού λειτουργούσε έκθεση φωτογραφιών και αρχειακού υλικού σε συνεργασία με τα Γενικά Αρχεία του Κράτους του Νομού Μαγνησίας, το Μουσείο Πολιτικών Εξορίστων Άη Στράτη και την Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Αθήνας.

Η ενεργή συμμετοχή επισκεπτών, ερευνητών, κατοίκων της περιοχής και ανθρώπων νεότερων γενιών επιβεβαίωσε ότι η ιστορική μνήμη δεν αποτελεί ένα κλειστό κεφάλαιο του παρελθόντος, αλλά μια ζωντανή διαδικασία που εξακολουθεί να διαμορφώνει ταυτότητες, αξίες και συλλογικές συνειδήσεις.

 

Η ιστορία των 5.000 εξόριστων γυναικών του Εμφυλίου

 

«Γυναίκες εξόριστες υπήρχαν από την αρχή του εμφυλίου. Ήδη στο τέλος του 1946 η UNRRA βρήκε 45 γυναίκες εξόριστες στην Ανάφη, επί συνόλου 3500 περίπου εξόριστων των δύο φύλων σε τόπους εξορίας ανά την Ελλάδα. Η «διοικητική εκτόπιση» όπως λεγόταν επίσημα, γινόταν βάσει αποφάσεων των τοπικών Επιτροπών Δημόσιας Ασφάλειας (θεσμός της Μεταξικής δικτατορίας που ξανατέθηκε σε λειτουργία), αλλά και χωρίς τέτοια απόφαση. Αναβίωσε και ένας παλιότερος μηχανισμός καταστολής που χρησιμοποιήθηκε από τα τέλη του 19ου αιώνα για την πάταξη της ληστείας: ο νόμος περί συλλογικής ευθύνης των οικογενειών. Οι γυναίκες που στέλνονταν σε τόπους εξορίας συλλαμβάνονταν χωρίς ένταλμα σύλληψης και χωρίς να υπάρχει σε βάρος τους κάποια δικαστική απόφαση: συλλαμβάνονταν «προληπτικά», είτε γιατί θεωρούνταν αριστερές ή είχαν οι ίδιες αναλάβει κάποια δράση στην Αντίσταση, ή επειδή μέλη των οικογενειών τους ήταν αντάρτες του ΔΣΕ (οι λεγόμενες «ανταρτοοικογένειες»). Ο κύριος σκοπός της κράτησής τους ήταν η απόσπαση δήλωσης μετάνοιας και αποκήρυξης του ΚΚΕ, προκειμένου να καμφθεί το ηθικό του αριστερού κινήματος.

 

Ο αριθμός των εξόριστων διογκώθηκε μετά από τις μαζικές συλλήψεις που έγιναν το καλοκαίρι του 1947, σύμφωνα με μια εκτίμηση του ΚΚΕ υπήρχαν τότε περίπου 24.000 εξόριστοι. Εκείνη την περίοδο οι εξόριστοι στο Τρίκερι ήταν περίπου 3-4.000 άντρες, οι οποίοι διέμεναν σε ατομικές σκηνές στη βόρεια παραλία Αφέτκα και περίπου 500 γυναίκες, «προληπτικές», οι οποίες έμειναν σε σκηνές γύρω από το Μοναστήρι. Οι περισσότερες είχαν έρθει από τα χωριά της Θεσσαλίας και αρκετές είχαν και τα παιδιά μαζί τους.

 

Έως το Φεβρουάριο του 1948, οι γυναίκες μπορούσαν να κατεβαίνουν στο στρατόπεδο των ανδρών για να ψωνίσουν από την καντίνα τρόφιμα και διάφορα άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Αργότερα, με την αύξηση των γυναικών εξόριστων, η επικοινωνία μεταξύ των ανδρών και των γυναικών δεν ήταν εύκολη, παρά μόνο με άδεια. Μετά την αναχώρηση των ανδρών για την Μακρόνησο, στις σκηνές τους εγκαθίστανται 1200 εξόριστες γυναίκες από τη Χίο. Τους επόμενους μήνες θα φθάσουν και άλλες αποστολές γυναικών από τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Ρούμελη.

 

Τον Ιούλιο του 1949, μια αντιπροσωπία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού που επισκέφθηκε το Τρίκερι, βρήκε να διαμένουν 3597 γυναίκες και 156 παιδιά. Οι εξόριστες έμεναν σε τρία χωριστά στρατόπεδα, κλεισμένα με συρματοπλέγματα: Στο χώρο γύρω από το Μοναστήρι λειτουργούσε το στρατόπεδο των «προληπτικών» και των ανταρτισσών του ΔΣΕ (1772 άτομα σύμφωνα με την έκθεση του ΔΕΣ), καθώς και το στρατόπεδο γυναικών που είχαν υπογράψει δήλωση και περίμεναν να φύγουν (250 άτομα). Στο τρίτο στρατόπεδο, ζούσαν 1781 πολιτικές εξόριστες, οι «επικίνδυνες κομμουνίστριες», όπως θεωρήθηκαν, καθώς και γυναίκες από ανταρτοοικογένειες.

 

Το κράτος χορηγούσε για τις εξόριστες 3 δραχμές την ημέρα για σίτιση και απ’ αυτά τα χρήματα η διοίκηση του στρατοπέδου κρατούσε 30 λεπτά για τα διάφορα μεταφορικά, παρόλο που όπως λένε οι ίδιες, τα πάντα με τις πλάτες τους τα κουβαλούσαν. Το συσσίτιο αποτελούνταν από όσπρια τρεις φορές την εβδομάδα, μια δύο φορές πατάτες, ζυμαρικά και πολύ σπάνια λαχανικά, παντζάρια ή λάχανο. Κρέας κάθε 15 μέρες, τόσο κακοσυντηρημένο που γινόταν αφορμή για τροφικές δηλητηριάσεις. Το καλοκαίρι το συσσίτιο χειροτέρευε… Το ψωμί ζύγιζε 80 δράμια η μερίδα και το λάδι 3-6 δράμια. Σαπούνι έπρεπε να δίνουν μια πλάκα το μήνα, μα πάντα το καθυστερούσαν ή το στερούσαν ολοσδιόλου. Η διοίκηση δεν χορηγούσε φαγητό στα παιδιά, γιατί δεν θεωρούνταν εξόριστα, με αποτέλεσμα, οι γυναίκες να κόβουν από τις δικές τους πενιχρές μερίδες προκειμένου να τα θρέψουν. Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός αγνοούσε επίσης αυτά τα παιδιά και μόνο τον Αύγουστο του 1949 έστειλε στο κάτω στρατόπεδο μια μικρή ποσότητα γάλακτος σε σκόνη και ζάχαρη με ρητή απαγόρευση για τα παιδιά των «προληπτικών». Οι αλληλέγγυες όμως γυναίκες του κάτω στρατοπέδου στέλνανε κρυφά έναν κουβά κρέμα στο μοναστήρι, για καμιά 20αριά μέρες που κράτησαν οι προμήθειες. Τα παιδάκια του μοναστηριού, μονίμως πεινασμένα, κατέβαιναν κρυφά, δρασκελώντας το συρματόπλεγμα και ζητούσαν ψωμί.

 

Από τους μεγαλύτερους εφιάλτες για τις εξόριστες γυναίκες, ειδικά από την Άνοιξη του 1949 και μετά, ήταν η ανυδρία. Στο νησί υπήρχαν τρία πηγάδια, τα οποία είχαν σκάψει οι άνδρες εξόριστοι, με πολύ κόπο και το πηγάδι στο χωριό. Αδιανόητο να ξεδιψάσουν 5000 σχεδόν εξόριστες γυναίκες και παιδιά τους καλοκαιρινούς μήνες. Αξημέρωτα, οι γυναίκες στέκονταν στην ουρά για ένα σταμνί νερό, το οποίο μάλιστα συχνά ήταν και ακατάλληλο για να το πιούν. Και δεν ήταν μόνο η δίψα, ήταν και η μεγάλη απόσταση μεταξύ των πηγαδιών. Για να φέρουν νερό πόσιμο από το πηγάδι του χωριού, όταν τους το επέτρεπαν [γιατί δεν το επέτρεπαν πάντα] ή από άλλα πηγάδια, έπρεπε να κάνουν τον κύκλο, με ανηφοριές και κατηφοριές, συχνά ξυπόλητες.

 

Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού (31.8.1949) ορισμένες «προληπτικές» με παιδιά απολύονται και η προσοχή των καταδιωκτικών αρχών στρέφεται στις «αμετανόητες» που αντιστέκονταν στις πιέσεις να υπογράψουν δήλωση μετάνοιας. Μετά τις 15 Νοεμβρίου 1949, όταν, με εντολή της ηγεσίας του στρατού, η διοίκηση του στρατοπέδου ανατέθηκε στον «Οργανισμό Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου» οι πιέσεις εντάθηκαν με την επιβολή έκτακτων μέτρων με σκοπό την κάμψη του ηθικού τους: αφαιρέθηκαν τα ράντζα, απαγορεύτηκε η αλληλογραφία και οργανώθηκε μια επίσημη τελετή «σωφρονισμού» στο Μοναστήρι, με παρουσία τοπικών, στρατιωτικών και θρησκευτικών αρχών. Τον Ιανουάριο 1950 το στρατόπεδο του Τρίκερι διαλύεται και 1200 εξόριστες που δεν υπέγραψαν δήλωση μεταφέρονται στη Μακρόνησο για να φοιτήσουν στο «Ειδικό Σχολείο Αναμορφώσεως Γυναικών» (ΕΣΑΓ)».

 

Μπορείτε επίσης να ακούσετε τη συνέντευξη του μέλος της ΟΠΙΒΟ Μένης Τσίγκρα στο πλαίσιο της ραδιοφωνικής μου εκπομπής (Ραδιοφωνική Λέσχη) “Θωρώντας και Αναθεωρώντας”: