Μια συζήτηση που φώτισε δυσάρεστες αλήθειες και ανέδειξε κρίσιμα διλήμματα σχετικά με την άνοδο της ακροδεξιάς που δεν «ανεβαίνει» απλώς, αλλά έχει ήδη εγκατασταθεί ως κανονικότητα και μετασχηματίζει βαθιά τα πολιτικά συστήματα και την καθημερινότητά μας, διοργάνωσε το Rossonero στη Σουίτα.
Ο δημοσιογράφος, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων Γιάννης Ανδρουλιδάκης και ο εκπαιδευτικός και διευθυντής του «Σημείου για τη μελέτη και την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς» Κωστής Παπαϊωάννου συζήτησαν για το πώς ο νέος αυταρχισμός διαβρώνει θεσμούς, ορίζει την πολιτική ατζέντα και κατακτά κοινωνικά στρώματα που πλέον δεν την επιλέγουν από οργή αλλά από ταύτιση. Τον διάλογο συντόνισε η φοιτήτρια και μέλος του Rossonero Αντιγόνη Δασκαλοπούλου.
“Ο ολοκληρωτισμός έγινε το λάβαρο του καπιταλισμού”
Ο Γιάννης Ανδρουλιδάκης ξεκίνησε την ομιλία του επισημαίνοντας ότι η εποχή που διανύουμε σηματοδοτεί την απόλυτη διάψευση της παλιάς πεποίθησης ότι καπιταλισμός και δημοκρατία είναι έννοιες αλληλένδετες. «Ο ολοκληρωτισμός έχει κατέβει από το ράφι όπου τον τοποθετούσε ο καπιταλισμός ως σκιάχτρο και έχει γίνει το λάβαρο στη στέγη του», τόνισε χαρακτηριστικά.
Κατά την ανάλυσή του οι δυτικές και όχι μόνο κυβερνήσεις παραβιάζουν με τόση ευκολία όλα αυτά για τα οποία εμφανίζονταν ως θεματοφύλακες για πάρα πολλές δεκαετίες όχι γιατί έχασαν, αλλά γιατί κέρδισαν μια μάχη απέναντι στις κοινωνίες και στις αντιστάσεις τους, άρα δεν έχουν λόγο να κρύβονται πίσω από μια μάσκα δημοκρατίας. Η νίκη αυτή επήλθε σε δυο γύρους:
-στην οικονομική κρίση του 2008, όπου οι κοινωνικές και πολιτικές απαντήσεις αποδείχθηκαν ανεπαρκείς
-και στην πανδημία όπου η διαχείρισή της λειτούργησε ως εργαλείο οικονομικής και κοινωνικής απονεύρωσης.
Κλείνοντας ο Γ. Ανδρουλιδάκης υπενθύμισε το παλιό σύνθημα των γαλλικών διαδηλώσεων κατά του Ζαν-Μαρί Λεπέν: “Ο φασισμός είναι γάγγραινα. Αν δεν τον ξεριζώσεις, πεθαίνεις από αυτόν” και κάλεσε το κοινό να βρίσκεται σταθερά απέναντι στην ακροδεξιά σε κάθε επίπεδο, εξηγώντας πως αυτό σημαίνει:
– εκεί που ο φασισμός προτάσσει τον ανταγωνισμό –που είναι η βασική του έννοια- εμείς να προτάσσουμε, χωρίς επιφυλάξεις και χωρίς αστερίσκους, την αλληλεγγύη
-εκεί που ο φασισμός προτάσσει τον αυταρχισμό να αντιπαρατάσσουμε, εμείς να προτάσσουμε, χωρίς επιφυλάξεις και χωρίς αστερίσκους, την ελευθερία
-εκεί που ο φασισμός προτάσσει το ισχυρό κράτος, εμείς να αντιπαρατάσσουμε, χωρίς επιφυλάξεις και χωρίς αστερίσκους, την ομοσπονδιακή ένωση των αναγκών και των συμφερόντων των καταπιεζόμενων στρωμάτων και ταυτοτήτων
-εκεί που ο φασισμός και ο καπιταλισμός προτάσσει το ιδιωτικό εμείς να αντιπαρατάσσουμε, χωρίς ενοχή χωρίς επιφυλάξεις και χωρίς αστερίσκους, το δημόσιο.

“Η ακροδεξιά δεν είναι απειλή, είναι ήδη εδώ και κερδίζει έδαφος”
Παίρνοντας τον λόγο, ο Κωστής Παπαϊωάννου δήλωσε την τεράστια αμηχανία του και την πλήρη επίγνωσή του πως «δίνουμε μια μάχη με πολύ δυσμενείς όρους».
Τόνισε ότι εξακολουθούμε να μιλάμε για την ακροδεξιά σαν να είναι ένας επικείμενος κίνδυνος, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί μια ενεργή, παγιωμένη δυναμική προσθέτοντας πως η σχέση πολλών ψηφοφόρων με αυτήν δεν είναι πια συγκυριακή. «Την έχουν παντρευτεί», είπε χαρακτηριστικά.
Αμφισβήτησε επίσης την ίδια την επάρκεια του όρου “ακροδεξιά”, σημειώνοντας ότι συχνά αποπροσανατολίζει. «Άλλοτε γιατί όταν πω ότι είναι ακροδεξιός ο Κασιδιάρης μαλακώνω ένα απεχθές, βίαιο πρόσωπο του δεξιού εξτρεμισμού, άλλοτε γιατί βαφτίζοντας ακροδεξιό ότι μου φαίνεται πολύ συντηρητικό, πέφτω στην παγίδα του παμφασισμού, δηλαδή δίνω πολύ μεγαλύτερο μπόι στην ακροδεξιά από αυτό που πραγματικά έχει».
Ένας δυστοπικός κόσμος σε πραγματικό χρόνο
Ο Κ. Παπαϊωάννου αναφέρθηκε στις δύο όψεις του σημερινού δυστοπικού τοπίου:
-τη γενοκτονία στη Γάζα και την ταυτόχρονη καταστολή κάθε φωνής που τολμά να την κατονομάσει,
-την εκχώρηση των θεσμών στις ΗΠΑ βήμα-βήμα στους εχθρούς της ελευθερίας.
Αυτές οι εξελίξεις, υποστήριξε, συνδέονται με μια κοσμοϊστορική μεταβολή: τη μετάβαση από τον νεοφιλελεύθερο παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό σε έναν εθνοκεντρικό αυταρχικό καπιταλισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως είπε, είναι η ορκωμοσία της κυβέρνησης Τραμπ, όπου δίπλα στον πρόεδρο δεν βρίσκονταν υπουργοί αλλά «οι πανίσχυροι δισεκατομμυριούχοι της τεχνοδεξιάς, που πλέον επιδιώκουν να ασκούν χωρίς καμιά διαμεσολάβηση πολιτική εξουσία, παραμερίζοντας την πολιτική τάξη ως περιττή».
Στο ερώτημα που ο ίδιος έθεσε για το ποια είναι τα θέματα που θα μπορούσαν να ενώσουν την κοινωνία απέναντι στην ακροδεξιά, επεσήμανε πως σήμερα χάνουμε έδαφος σ αυτή τη μάχη, γιατί α) αντιμετωπίζουμε την ακροδεξιά σαν ψήφο διαμαρτυρίας, β) υποτιμούμε το ότι αποτελεί αυτόνομο φαινόμενο, γ) θεωρούμε «αδυναμίες» της στοιχεία που ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας τα αντιμετωπίζει ως «δύναμη» και δ) μένουμε σε μια μάχη καθαρά αξιακού χαρακτήρα ενώ «έχουν περάσει οι καιροί της πολυτέλειας του να έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε ιδεολογικές μοναχικές διαδρομές».
Επικαλούμενος το παράδειγμα του χαστουκιού Κασιδιάρη στην Κανέλλη, υπενθύμισε ότι ενώ όλοι θεωρήσαμε ότι αυτό ήταν ένα ατόπημα που θα τους αποδυνάμωνε, αποδείχτηκε ότι ήταν μια συνειδητή πράξη για να κερδίσουν δύναμη.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι η ακροδεξιά ορίζει πλέον την πολιτική ατζέντα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μεταναστευτική πολιτική που, όπως είπε, «είναι ουσιαστικά η πολιτική της Χρυσής Αυγής, πλήρως αποδεκτή πλέον ως κυβερνητική γραμμή».
Το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό συμβόλαιο –ότι ο φασισμός είναι ο απόλυτος ηττημένος– έχει καταρρεύσει. Το ίδιο και το ελληνικό μεταπολιτευτικό ταμπού γύρω από τη Χούντα.
Δεν υπάρχουν πια «υγειονομικές ζώνες» αποκλεισμού. Αντιθέτως, παρατηρείται συστηματική συμπερίληψη της ακροδεξιάς από κόμματα της παραδοσιακής δεξιάς και από μεγάλα ΜΜΕ.
“Πρέπει να αποδείξουμε ότι η ακροδεξιά δεν προσφέρει λύση σε κανένα κοινωνικό πρόβλημα”
Κατά τον ομιλητή, το καθήκον της αριστεράς είναι να αποδείξει με απλό και κατανοητό τρόπο ότι η ακροδεξιά δεν προσφέρει λύση σε κανένα κοινωνικό πρόβλημα. Αντίθετα, η ζωή των ανθρώπων θα γίνει οικονομικά φτωχότερη, ποιοτικά υποβαθμισμένη και κοινωνικά πιο περιορισμένη και φοβική.
Η σύγκρουση δεν πρέπει να μείνει στο επίπεδο των αφηρημένων αξιών, αλλά να συνδεθεί με χειροπιαστά, καθημερινά διακυβεύματα.
Κατά την άποψή του, ένα από τα πιο κρίσιμα πολιτικά διακυβεύματα είναι η επανεπίδοση της έννοιας της ασφάλειας σε προοδευτικό πλαίσιο. Σήμερα, όταν κάποιος ακούει «ασφάλεια», σκέφτεται αστυνομικά πηλίκια και γκλοπς. Αυτό, τόνισε, σημαίνει ότι η μάχη έχει χαθεί. Η ασφάλεια πρέπει να ξαναοριστεί ως βιοτική ασφάλεια, κοινωνική και οικονομική ασφάλεια, κλιματική ασφάλεια και ασφάλεια του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας.
Η συζήτηση έκλεισε με την παραδοχή ότι η μάχη απέναντι στην ακροδεξιά είναι δύσκολη αλλά αναγκαία. Όπως υπογράμμισε ο ίδιος, αν η αριστερά δεν κατορθώσει να συνδέσει τα κοινωνικά δικαιώματα, την ασφάλεια, το κράτος πρόνοιας και την καθημερινότητα των ανθρώπων με ένα πειστικό πρόγραμμα, τότε η ακροδεξιά θα ολοκληρώσει αυτό που ήδη σήμερα συντελείται.