Το μικρό σπίτι στο… Περτούλι

Η πενταμελής οικογένεια του Θωμά Σταυρόπουλου και της Αθηνάς Χρήστου, δείχνει τον δρόμο για το πως το μέλλον μπορεί να ξαναγραφτεί στην επανακατοίκηση των χωριών

 

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Περτούλι, σε ένα χωριό που φωλιάζει ανάμεσα στα βουνά της Νότιας Πίνδου στην περιοχή του Ασπροποτάμου, με παιδικά χρόνια γεμάτα ελευθερία, φύση και ανεμελιά. Το χωριό ήταν ο κόσμος μου. Παιχνίδι, χώμα, ζώα, ουρανός…..»

Πόσα παιδιά της Gen Alpha θα μπορούν να το πουν αυτό στο μέλλον όταν θα αναπολούν την παιδική τους ηλικία; Σίγουρα ο 9χρονος Αρίων, η 7χρονη αδελφή του Σεμέλη και ο 3χρονος Περσέας. Είναι τα παιδιά του Θωμά Σταυρόπουλου και της Αθηνάς  Χρήστου που ζουν από το 2012 στο Περτούλι Τρικάλων, σε ένα μικρό σπίτι μέσα στο δάσος, δίπλα στο ποτάμι.

Η μέρα που είχα συνεννοηθεί με τον Θωμά ότι θα τον επισκεφτώ στο σπίτι τους και στο εργαστήριό του στο βουνό, ήταν εκείνη η Τετάρτη που το Αιγαίο γέμισε ξανά νεκρά κορμιά προσφύγων. Σ’ όλη τη διαδρομή με το αυτοκίνητο άκουγα στο ραδιόφωνο αναλύσεις για το πολύνεκρο ναυάγιο και ένιωθα την ψυχή μου να σφίγγεται από θλίψη, οργή και θυμό για τους συνανθρώπους μας στους οποίους δεν επιτρέπεται, σε έναν ολόκληρο πλανήτη, να βρουν ένα κομμάτι γης για να ζήσουν, να γεννήσουν τα παιδιά τους και να τα μεγαλώσουν σε συνθήκες ειρήνης και ασφάλειας.

Ένα μικρό κομμάτι γης, σαν κι αυτό που ο Θωμάς με την Αθηνά αναζήτησαν και βρήκαν για τα τρία τους παιδιά για να χαρούν το δώρο της ζωής, για να έχουν μια όμορφη παιδική ηλικία μέσα στη φύση. Εκεί πέρασα κι εγώ λίγες ώρες, παρατηρώντας δύο ανθρώπους που έχουν επιλέξει έναν τρόπο ζωής που οι περισσότεροι έχουμε ονειρευτεί, αλλά ελάχιστοι έχουμε τολμήσει να ακολουθήσουμε. Μέσα στη φύση, χωρίς τις ανέσεις του σύγχρονου πολιτισμού -που τελικά δεν τις έχουν ανάγκη- αλλά σε πλήρη αρμονία με τον εαυτό τους, με τον χρόνο και τα παιδιά τους. Ο Θωμάς και η Αθηνά δεν σου δίνουν την εντύπωση ότι έχουν αποσυρθεί από τον κόσμο, αλλά ότι τον επαναπροσδιορίζουν. Και το κατάλαβα συζητώντας μαζί τους, επιβεβαιώνοντάς μου αυτό που γνωρίζα ήδη: πως η ευτυχία δεν είναι συσσώρευση, αλλά απλότητα. Δεν είναι ταχύτητα, αλλά παρουσία!

 

Ήθελα από καιρό να τους συναντήσω, όχι από περιέργεια για το πώς ζουν, αλλά για να ενισχύσω το μήνυμα που εκπέμπουν εδώ και χρόνια όσοι αποφάσισαν να αφήσουν πίσω τον αστικό τρόπο ζωής. Να το μεταφέρω και να ενθαρρύνω εκείνους που το σκέφτονται, αλλά διστάζουν να τολμήσουν. Γιατί η απάντηση στη σημερινή, συχνά αβίωτη, πραγματικότητα των πόλεων θεωρώ πως βρίσκεται στην επιστροφή και στην επανακατοίκηση της υπαίθρου και σε όλα όσα αυτή συνεπάγεται. Και δεν πρόκειται για ρομαντική φυγή, ούτε για πολυτέλεια λίγων. Είναι μια επιλογή για όσους αναζητούν έναν τρόπο να κατοικήσουν τον κόσμο χωρίς να τον εξαντλούν και χωρίς να εξαντλούνται μέσα του…..

Ο Θωμάς Σταυρόπουλος στο εργαστήρι του, δουλεύοντας ένα σκάφος μπουζουκιού

Από τη Μύκονο στο Περτούλι

Ο Θωμάς είναι Τρικαλινός και έζησε περισσότερο από μια δεκαετία στην Μύκονο όπου πήγε για δουλειά σαιζόν ένα καλοκαίρι και έμεινε. Εκεί γνώρισε την Αθηνά και από τον πατέρα της έμαθε την τέχνη να σκαλίζει το μάρμαρο και να του δίνει μορφή. Γι αυτή την τέχνη έμεινε περισσότερο απ ότι υπολόγιζε στο νησί των ανέμων. Όταν πλέον η Μύκονος έγινε κάτι άλλο από αυτό που είχαν γνωρίσει και αγαπήσει και οι δύο, άρχισαν να συζητούν όχι τόσο το που θα πάνε, αλλά πως θέλουν να ζήσουν. Το εξοχικό σπιτάκι της οικογένειας του Θωμά στο Περτούλι, αποτέλεσε τη βάση της νέας τους ζωής. Το συντήρησαν με τα χέρια τους και το διαμόρφωσαν όπως μπορούσαν. Έφτιαξαν κι ένα μικρό εργαστήρι, στην αρχή για να σμιλεύουν την πέτρα και μετά ο Θωμάς αφιερώθηκε στην επεξεργασία του ξύλου που υπήρχε άφθονο στη φύση. Κάπως έτσι άρχισε να φτιάχνει κάποια μικρά μουσικά όργανα όπως μπαγλαμαδάκια, τζουραδάκια, μπουζούκια και η Αθηνά- πιο εικαστική- φιλοτεχνούσε τις φιγούρες με τις οποίες τα διακοσμούσε.

 

Με θέα τα βουνά και το δάσος

Πίνουμε καφέ στο εργαστήρι του που το ζεσταίνει η ξυλόσομπα, τον παρακολουθώ να δουλεύει με τα χέρια του το σκάφος ενός μπαγλαμά και να μου μιλάει για όλα όσα έζησε πριν αποφασίσει να μείνει στο βουνό, αλλά και για όλα όσα αυτή η ζωή του προσφέρει. Το φως, τα δέντρα και οι πλαγιές μπαίνουν από την τζαμαρία στο χώρο και κάνω τη σκέψη πως σε τέτοιες συνθήκες ίσως να μπορούσα κι εγώ να δημιουργήσω και ας μην έχω πιάσει ποτέ καλέμι στα χέρια μου.

 

Κάθε όργανο που φτιάχνει είναι μοναδικό. Άλλοτε έχει στο μυαλό του τον φίλο που του το παρήγγειλε κι άλλοτε αφήνεται απλώς στο ίδιο το υλικό (καρυδιά, τσουκνιδιά κέδρος, έλατο κ.α.). Κάθε μπαγλαμάς, τζουράς ή μπουζούκι κουβαλά μέσα του τις εικόνες και τους ήχους που βλέπει και ακούει ο Θωμάς από το παράθυρο του εργαστηρίου του: το φως που αλλάζει μέσα στη μέρα, τη σιωπή του δάσους, τον ήχο του νερού, τον χρόνο που κυλά χωρίς βιασύνη. Και ίσως γι’ αυτό, όταν τα όργανά του αρχίζουν να παίζονται αλλού, σε πόλεις και σπίτια, μακριά από εδώ, κουβαλούν μαζί τους κάτι από το Περτούλι. Έναν ήχο που δεν γεννήθηκε στη βιασύνη, αλλά στη συνύπαρξη με τη φύση.

 

Όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου, συναντάς χειροποίητα δημιουργήματα. Στους τοίχους κρέμονται τρίχορδα σε σειρές, δίπλα σε καμβάδες κάθε μεγέθους- έργα ζωγραφικής της Αθηνάς, ζωγραφιές των παιδιών και μικρά ξύλινα αντικείμενα που έχουν φτιάξει με τα χεράκια τους. Ο χώρος λειτουργεί σαν αποτύπωμα της ζωής τους: δουλειά, δημιουργία και καθημερινότητα. Όλα αποτέλεσμα χρόνου, φροντίδας και συμμετοχής.

Τα δύο μεγαλύτερα παιδιά ξεκινούν κάθε πρωί με ταξί για το Δημοτικό Σχολείο της Ελάτης, που εξακολουθεί να λειτουργεί για τα 24 παιδιά της ευρύτερης περιοχής, και επιστρέφουν το μεσημέρι με τον ίδιο τρόπο. Τα απογεύματα παρακολουθούν μαθήματα στη Μουσική Σχολή του Δήμου Πύλης, στο παλιό Δημοτικό Σχολείο του Αγίου Βησσαρίωνα. Με τόσα όργανα γύρω τους και με τη μουσική να είναι μέρος της καθημερινότητας στο σπίτι, η σχέση τους με τον ήχο και τον ρυθμό ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Δεν έχουν ηλεκτρονικές συσκευές. Δεν τις χρειάζονται ούτε τις αναζητούν σε έναν τόπο που τους προσφέρει καθημερινά άλλα, αληθινά ερεθίσματα. Οι μέρες τους γεμίζουν με φύση, παιχνίδι, μουσική και εξερεύνηση. Κι όταν ο καιρός ανοίγει, το δεντρόσπιτο στην είσοδο της αυλής γίνεται το δικό τους μικρό καταφύγιο, χώρος φαντασίας και ελευθερίας.

Όταν τα σχολεία κλείνουν, έχουν περισσότερο χρόνο για μικρές και μεγάλες εξορμήσεις. Όπως εκείνη του περασμένου καλοκαιριού στα Βαλκάνια, με το βανάκι τους — ένα όχημα που δεν τους μεταφέρει απλώς, αλλά γίνεται και σπίτι τους στον δρόμο. Και φυσικά ταξιδεύουν όπως ζουν. Χωρίς GPS και χωρίς internet, αφήνοντας τον τόπο και τους ανθρώπους να τους καθοδηγούν. Μαθαίνοντας τον κόσμο όπως τον μαθαίναμε παλιά, με περιέργεια και αφιερώνοντας χρόνο.

Ο Θωμάς και η Αθηνά παράγουν την τροφή τους στους κήπους τους

Οι εποχές δίνουν το ρυθμό

Ο χειμώνας είναι η πιο ξεκούραστη εποχή, μου εξηγεί ο Θωμάς, γιατί έχει προηγηθεί η προετοιμασία όλων των υπόλοιπων μηνών. Σωροί από ξύλα είναι στοιβαγμένοι σε διάφορα σημεία. Οι καταψήκτες και οι αποθηκευτικοί χώροι, είναι γεμάτοι με τα καλούδια που τους έδωσε η γη όλο το προηγούμενο διάστημα: πατάτες, ντομάτες, κολοκύθες, καρότα, φασολάκια, πράσα, όσπρια, μανιτάρια, μέλι, ξηροί καρποί κ.α.

Αντιλαμβάνομαι πως το βουνό χρειάζεται όχι μόνο συναισθηματική, αλλά και υλική αυτάρκεια. Ο Θωμάς και η Αθηνά παράγουν την τροφή τους στους κήπους τους, κόβουν τα ξύλα τους, μαθαίνουν να επιδιορθώνουν ό,τι χαλάει, εξερευνούν τα όρια και τις δυνατότητες της δημιουργικότητάς τους. «Προσπαθώ και ενεργειακά τελευταία να είμαστε όσο μπορούμε αυτόνομοι. Ο θερμοσίφωνας λειτουργεί με ξύλα, ενώ στόχος μου είναι να εξασφαλίσω νερό από μια κοντινή πηγή».

 

Δεν χρειάζεται να περιμένεις να βγεις στη σύνταξη

Το σπίτι του Θωμά και της Αθηνάς είναι ανοιχτό όλο το χρόνο για τους φίλους τους που έρχονται από διάφορα μέρη για να επανασυνδεθούν με τη φύση και να πάρουν μια γεύση από έναν τρόπο ζωής που δεν υπόσχεται άνεση, αλλά νόημα. «Ακούω συχνά φίλους να λένε πως ονειρεύονται μια ζωή σαν τη δική μας και πως σκοπεύουν να τη ζήσουν όταν πάρουν σύνταξη. Τους λέω να μην αναβάλλουν για ένα “κάποτε” αυτό που μπορούν να αρχίσουν τώρα. Τώρα που το σώμα είναι ακόμη δυνατό και το μυαλό ανοιχτό στις αλλαγές. Αν περιμένεις να τακτοποιηθούν όλα για να ξεκινήσεις, συνήθως δεν ξεκινάς ποτέ» λέει ο Θωμάς και σκέφτομαι πόσο δίκιο έχει!

 

Τον ρωτώ στο τέλος της κουβέντας μας αν αυτός ο τρόπος ζωής είναι εύκολος. Μου απαντά χωρίς ωραιοποιήσεις πως δεν είναι, αλλά είναι συνειδητή επιλογή τους. «Πριν έρθουν τα παιδιά, όλα ήταν πιο απλά. Αλλά προσαρμοστήκαμε».

Σκέφτομαι ακόμη και τις πιο απλές καθημερινές κινήσεις τους, που εδώ δεν χαρίζονται χωρίς κόπο: για να φτάσουν στο σπίτι χρειάζεται να διασχίσουν με τα πόδια εκατό περίπου μέτρα, να περάσουν ένα μικρό γεφυράκι που ενώνει τις δύο όχθες του ποταμού και να ακολουθήσουν ένα ανηφορικό μονοπάτι, που τον χειμώνα γίνεται συχνά δύσβατο από τις βροχές και το χιόνι.

«Στον “Ντάνιελ” μείναμε αποκλεισμένοι σχεδόν δέκα μέρες», μου λέει. «Το ποτάμι είχε φουσκώσει και δεν μπορούσαμε να περάσουμε απέναντι στο χωριό. Φίλοι μάς έφερναν προμήθειες και τις περνούσαν με σχοινί και μια τροχαλία».

Κι όμως, ούτε αυτό τους σταμάτησε. Εκείνες τις μέρες είχε τα γενέθλια του ο Αρίων. «Βλέπεις τον κορμό που είναι κομμένος;» μου δείχνει. «Έκοψα το δέντρο, έπεσε στην απέναντι πλευρά και έγινε γέφυρα για να έρθουν οι φίλοι του με τους γονείς τους και να τα γιορτάσουμε».

«Είσαι Μαγκάιβερ», του λέω γελώντας. Χαμογελά κι εκείνος, σαν να μου υπενθυμίζει πως εδώ η ευρηματικότητα δεν είναι ηρωισμός, είναι απλώς καθημερινότητα.

 

Ένας τόπος κρατιέται ζωντανός μόνο από τους ανθρώπους που τον κατοικούν

Με ξεπροβοδίζουν με ένα βάζο μέλι, μια μαρμελάδα κυδώνι, κεραλοιφή και τσάι του βουνού. Φεύγω και τα κρατώ στα χέρια μου σαν μικρούς θησαυρούς, για την αξία τους, για τη φροντίδα, τον χρόνο και την αγάπη που κουβαλούν.

Επιστρέφω με πολλές εικόνες, πιο ανάλαφρη, αλλά και με διάφορες σκέψεις, γιατί ξέρω πως μεγαλώνοντας τα παιδιά, οι υποχρεώσεις και οι ανάγκες αλλάζουν. Και επειδή σ’ αυτή τη χώρα η πολιτεία όχι μόνο δεν στηρίζει όσους θέλουν να επιστρέψουν στα χωριά και να τα ζωντανέψουν, αλλά αντιθέτως συχνά τους μπλοκάρει με γραφειοκρατία και έλλειψη υποδομών, αντιλαμβάνομαι πόσο σπάνια και πολύτιμη είναι αυτή η επιλογή της οικογένειας. Πόσο μάλλον ζώντας σε ένα χωριό όπου η υλοτομία και η κτηνοτροφία πεθαίνουν και τρεις οικογένειες που ζούσαν με τα παιδιά τους μέχρι πρότινος στο Περτούλι εγκατέλειψαν κι αυτές το χωριό.

Και τότε σκέφτηκα τις πρωτοβουλίες που αρχίζουν δειλά να υλοποιούνται και εκτός Ελλάδας αλλά και δίπλα μας. Όπως το πρόγραμμα που ανακοίνωσε πριν από έναν χρόνο ο Δήμος Λίμνης Πλαστήρα, παρέχοντας ουσιαστικά κίνητρα σε νέα ζευγάρια που επιλέγουν να εγκατασταθούν στα χωριά της περιοχής. Από την πρώτη κιόλας μέρα της ανακοίνωσης, η δημοτική αρχή δέχτηκε δεκάδες μηνύματα από ανθρώπους που ζουν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και αναζητούν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.

Γιατί στις πόλεις στενεύει ο χώρος και για τη ζωή και για τα όνειρα. Κι αυτό που λείπει είναι μια πολιτεία που να αντιμετωπίζει την επιστροφή στην ύπαιθρο όχι ως ρομαντική εξαίρεση, αλλά ως ουσιαστικό σχέδιο για το μέλλον της χώρας. Ώστε να ξαναζωντανέψουν τα χωριά, να δυναμώσει η περιφέρεια, να μείνουν ανοιχτά τα σχολεία, να συνεχίσουν να ακούγονται παιδικές φωνές στα βουνά. Γιατί ένας τόπος κρατιέται ζωντανός μόνο από τους ανθρώπους που τον κατοικούν!