Θανάσης Μιχαλάκης
Το γλωσσικό μας ζήτημα ήταν μια σχεδόν διακοσαετής διαμάχη σε σχέση με τη χρήση καθαρεύουσας ή δημοτικής γλώσσας στην έκφραση των νεοελλήνων. Οριστικά λύθηκε το 1976 με τη μεταρρύθμιση επί υπουργίας Γιώργου Ράλλη, που έκλεισε οριστικά την πόρτα στην κατασκευασμένη γλώσσα που μιλούσαν μόνο οι χουντικοί και οι δήθεν μορφωμένοι.
Πλέον, η γλώσσα μας δέχεται μια άλλου είδους μεταμόρφωση. Αυτή, της εισόδου ανοήτως και ακρίτως μεταφρασμένων λέξεων ή φράσεων της αγγλικής κυρίως, αυτούσιων στην ελληνική («θα επικοινωνήσω το θέμα», «στη σκάλα της μεταβίβασης του αιτήματος»… και άλλα θαυματουργά).
Παρακλάδι αυτής της πρακτικής είναι οι νέες τάσεις, να χρησιμοποιούμε με λανθασμένο τρόπο, ό,τι θεωρούμε πως είναι σωστό.
Πάρτε παράδειγμα τη λέξη «κόστος».
Σε δεκάδες ομιλίες, παρουσιάσεις, κείμενα, εμφανίζεται πληθυντικός της. Η λέξη «κόστη». Το λένε… δεν ξέρω γιατί το λένε.
Η γραμματική είναι σαφής: Η λέξη κόστος είναι αφηρημένη και δεν έχει πληθυντικό. Όπως οι λέξεις «θάρρος» (σκέφτεστε τα «θάρρη»; – αν και υπάρχει λαϊκότροπο «θάρρητα», συνήθως σε παροιμίες, αλλά δεν καταγράφεται στο Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη) ή «ύφος» (σκέφτεστε τα «ύφη»;).
Δεν το λέμε εμείς. Το λέει η γραμματική του Τριανταφυλλίδη.

Αλλά και η απλή λογική το λέει: Όταν κάνουμε έναν υπολογισμό π.χ. για μια πολυκατοικία, έχουμε: κόστος υδραυλικών + κόστος ηλεκτρολογικών + κόστος εργατών κ.λπ. Συνολικό ΚΟΣΤΟΣ…. Τόσο!
Διότι είναι μια αφηρημένη έννοια. Αλλο πράγμα το ότι αναφέρεται σε κάτι συγκεκριμένο, άλλο πράγμα το ότι είναι αφηρημένη λέξη.
Στο Liblex, το Λεξικό Επιστήμης της Πληροφόρησης (Ελληνοαγγλικό ορολογικό λεξικό, στο πλαίσιο του προγράμματος για τα ηλεκτρονικά ακαδημαϊκά συγγράμματα Κάλλιπος), αναφέρονται επακριβώς τα εξής:
αφηρημένη έννοια – abstract concept:
έννοια που κατασημαίνει μη αντιληπτή ή αισθητή οντότητα, όπως κατάσταση, ιδιότητα, ενέργεια χωρίς να γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο φυσικό αντικείμενο.
«Χωρίς να γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο φυσικό αντικείμενο». Διότι το κόστος γίνεται κατανοητό όταν του δώσουμε αξία: νόμισμα στη σημερινή εποχή, γελάδες ή σιτάρια σε παλιότερες εποχές.
Το «κόστος» μιας εργασίας είναι το γεγονός ότι αυτή η εργασία μετριέται. Δεν υπεισερχόμαστε στο είδος που αποδίδει αυτή τη μέτρηση, αλλά στο ότι μετριέται.
Όπως η λέξη «ελευθερία», η λέξη «ομορφιά», η λέξη «σοφία». Ξέρουμε τι είναι, αλλά ο καθένας «μετρά» διαφορετικά την ομορφιά, τη σοφία, την ελευθερία.
«Και τι θα λέμε για πληθυντικό, τώρα που μάθαμε τα κόστη;», μπορεί να ρωτήσει κάποιος. Απλό: έξοδα, δαπάνες, ή ειδικότερες λέξεις κατά περίπτωση, όπως εκροές, χρεώσεις.
Και κάτι ακόμη. Είναι άλλο πράγμα να λέμε ότι «η γραμματική είναι πλαστελίνη και αλλάζει στον χρόνο», άλλο πράγμα να μη σεβόμαστε την υπάρχουσα κατάσταση από αδιαφορία, άγνοια, μόδα ή οτιδήποτε άλλο.
Όπως, ας πούμε, με το «παράξει».
Αλλά αυτό είναι δουλειά άλλου σημειώματος.
ΥΓ: Υπάρχει και κάτι άλλο, που πάει τη συζήτηση σε διαφορετικό επίπεδο. Ενώ στις “θετικές επιστήμες”, ο κανόνας οφείλει να είναι σεβαστός (αλλιώς δεν είναι κανόνας), στα γλωσσολογικά, δεν είναι σεβαστός κανένας κανόνας. Τούτο συμβαίνει επειδή οι κανόνες της γραμματικής είναι αποτέλεσμα της παρατήρησης της χρήσης της γλώσσας με βάση την κοινή της πρακτική και όχι βάσει απόδειξης. Αυτό, όμως, αυτή η αυτοαναίρεση της γραμματικής που μελετά και θεσπίζει όρους και κανόνες για να συνεννοούμαστε και να κάνουμε τη ζωή μας πιο εύκολη, δε σημαίνει ότι κάνουμε κι ό,τι μας κατέβει στο κεφάλι -κυρίως λόγω άγνοιας.
Αν σε 200 χρόνια συνυπάρξει ή επικρατήσει – το εντελώς λανθασμένο “κόστη”, επειδή “το λένε πολλοί”, η λέξη θα εισαχθεί στη γραμματική, ως μια ακόμη εξαίρεση. Και αυτό είναι η ομορφιά της γλώσσας.
