Ένας θεσμός που δείχνει πώς μοιάζει πραγματικά η συμπερίληψη

Την περασμένη εβδομάδα, την ώρα που στην επικαιρότητα κυριαρχούσε η ερώτηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του Έλληνα Ευρωβουλευτή Γιώργου Αυτιά σχετικά με τη χρηματοδότηση «πρότυπων κέντρων για παιδιά με αναπηρία και τους γονείς τους» -μια παρέμβαση που προκάλεσε έντονο προβληματισμό και αντιδράσεις στο αναπηρικό κίνημα, το οποίο έκανε λόγο για μια σύγχρονη μορφή ιδρυματοποίησης και γκετοποίησης, για «σύγχρονες Σπιναλόγκες» – στην γειτονική Καρδίτσα, στο Κλειστό Γυμναστήριο της πόλης, εξελίσσονταν μια διοργάνωση που έδειχνε τον ακριβώς αντίθετο δρόμο.

 

Το 13ο Πανελλήνιο και 9ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Αναπηρίας και Μη, ένας θεσμός πλέον για την ευρύτερη περιοχή και όχι μόνο, δεν «έκλεισε» τους ανθρώπους σε ξεχωριστούς χώρους, αλλά άνοιξε πεδία συνύπαρξης, δημιουργίας και ισότιμης συμμετοχής. Με όχημα την τέχνη, μετέφερε βαθιά κοινωνικά μηνύματα, καταρρίπτοντας στερεότυπα και υπενθυμίζοντας πως η πραγματική συμπερίληψη δεν χτίζεται μέσα από τον διαχωρισμό και την απομόνωση, αλλά μέσα από την κοινή παρουσία, την ορατότητα και την ουσιαστική συμμετοχή όλων στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή.

 

Η καλλιτεχνική διευθύντρια του φεστιβάλ Μαρία Καραπαναγιώτη, μίλησε για τη φιλοσοφία ενός θεσμού που εδώ και χρόνια υπηρετεί με συνέπεια τη συμπερίληψη μέσα από την τέχνη. Όπως τόνισε «ο χορός είναι η έκφραση της ψυχής» και κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από τη σωματική του κατάσταση, έχει δικαίωμα στην έκφραση, στη δημιουργία και στη σκηνή.

 

Και το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Αναπηρίας και Μη, δεν αντιμετωπίζει τα άτομα με αναπηρία μέσα από το πρίσμα της “ειδικής περίπτωσης”. Αντίθετα, τους δίνει χώρο ως καλλιτέχνες. Ως ισότιμους δημιουργούς. Ως ανθρώπους που παράγουν πολιτισμό.

 

Οι χορογραφίες που παρουσιάστηκαν απέδειξαν πως το καλλιτεχνικό επίπεδο του φεστιβάλ όχι μόνο δεν υστερεί, αλλά σε πολλές περιπτώσεις εντυπωσιάζει ακόμη και απαιτητικούς θεατές. Η άρτια τεχνική υποστήριξη, η προσβασιμότητα με διερμηνεία στη νοηματική γλώσσα, οι επαγγελματικές παραγωγές και η συμμετοχή δεκάδων ομάδων από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό δείχνουν ότι ο θεσμός έχει πλέον αποκτήσει διεθνή δυναμική.

 

 

Και εδώ ακριβώς ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση για το μέλλον αυτού του θεσμού.

 

Ένα φεστιβάλ τέτοιου βεληνεκούς δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην υπερπροσπάθεια λίγων ανθρώπων και στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Χρειάζεται ουσιαστική θεσμική στήριξη, χρηματοδότηση και στρατηγική ανάπτυξης. Γιατί το έργο που παράγει δεν είναι μόνο πολιτιστικό. Είναι βαθιά κοινωνικό, εκπαιδευτικό και συμπεριληπτικό.

 

Η πρόταση που διατυπώθηκε από την ίδια τη διοργάνωση για επέκταση των δράσεων και στις τέσσερις θεσσαλικές πόλεις είναι απολύτως αναγκαία.

 

Η Λάρισα, τα Τρίκαλα, ο Βόλος και η Καρδίτσα θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναν ενιαίο πυρήνα πολιτισμού και συμπερίληψης, φιλοξενώντας παράλληλες εκδηλώσεις, εργαστήρια, ημερίδες και παραστάσεις κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ. Μια τέτοια προοπτική θα έδινε ακόμη μεγαλύτερη δυναμική στον θεσμό και θα μετέφερε το μήνυμα της ισότητας σε ακόμη περισσότερους ανθρώπους.

 

Αν λοιπόν κάτι μένει στο τέλος, δεν είναι οι αντιπαραθέσεις της επικαιρότητας, αλλά οι εικόνες από τη σκηνή: σώματα που κινούνται μαζί, βλέμματα που συναντιούνται, άνθρωποι που μοιράζονται τον ίδιο χώρο χωρίς διαχωρισμούς. Και αυτή ακριβώς ήταν η πραγματική δύναμη του φεστιβάλ στην Καρδίτσα: στο ότι δεν μίλησε απλώς για τη συμπερίληψη, αλλά την έκανε πράξη.