Κρίσιμα ζητήματα για την σχέση ανάμεσα στην εργασία και τη ζωή των εργαζομένων, την υποβάθμιση της ασφάλειας στους χώρους εργασίας και την ανάγκη κοινωνικής πίεσης και συλλογικής δράσης για την προστασία των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των εργαζομένων, τέθηκαν στην χθεσινή εκδήλωση με θέμα: «Πόσο αξίζουν οι ζωές των εργατ(ρι)ών; Ασφάλεια και υγιεινή στους χώρους εργασίας – η περίπτωση της Βιολάντα» που διοργάνωσε στη Σουίτα το Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Στέκι RossoNero.
Οι εισηγήσεις έγιναν από ανθρώπους που γνωρίζουν σε βάθος τα ζητήματα της εργασιακής ασφάλειας και των εργατικών δικαιωμάτων και συγκεκριμένα από τον δικηγόρο Θανάση Καμπαγιάννη, τον εργατολόγο, επίκουρο καθηγητή στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου και πρώην ειδικό γραμματέα της Επιθεώρησης Εργασίας Απόστολο Καψάλη, τον καθηγητή Υγιεινής, Κοινωνικής Ιατρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας της Ιατρικής του ΑΠΘ Αλέξη Μπένο και τον συνδικαλιστή της ΔΕΗ και εναερίτη Δημήτρη Καπέλα.
Οι ομιλητές επικεντρώθηκαν στην υπόθεση της «Βιολάντα», αναδεικνύοντας τις σοβαρές ελλείψεις στους ελέγχους, την υποστελέχωση των επιθεωρήσεων και την αδυναμία εφαρμογής των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας, ενώ υπογράμμισαν τον κρίσιμο ρόλο των εργατικών σωματείων και της κοινωνικής κινητοποίησης για την εξασφάλιση δικαιοσύνης.
«Οποιοδήποτε εργατικό συμβάν εμείς το ονομάζουμε έγκλημα»
Αρχικά ο Αλέξης Μπένος έκανε μια ιστορική αναδρομή στην περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η εργατική δύναμη απέκτησε ιδιαίτερη αξία για την ανοικοδόμηση των οικονομιών. Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκαν τα εθνικά συστήματα υγείας και ενισχύθηκε η έννοια της υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία, με αναγνώριση ότι η εργασία περιλαμβάνει πολλαπλούς κινδύνους όπως έκθεση σε ακτινοβολία, θόρυβο, θερμότητα, χημικούς και βιολογικούς παράγοντες, αλλά και εργονομικούς και ψυχοκοινωνικούς κινδύνους.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σχέση ανάμεσα στην εργασία και την ασθένεια ή τον θάνατο. Όπως ανέφερε, ο ορισμός των επαγγελματικών κινδύνων πρέπει να είναι διευρυμένος και να περιλαμβάνει όχι μόνο όσα συμβαίνουν μέσα στον χώρο εργασίας, αλλά και όσα συνδέονται αιτιακά με αυτόν. Έφερε ως παράδειγμα έναν οικοδόμο που μπορεί να πεθάνει από έμφραγμα στο σπίτι του εξαιτίας της έντασης και της καταπόνησης της εργασίας του, γεγονός που συχνά αμφισβητείται από την εργοδοσία ως επαγγελματικό νόσημα.
«Η διαδικασία της εργασίας είναι κάτι που σχεδιάζεται από ανθρώπινα μυαλά και ανθρώπινα χέρια, άρα πρέπει να σχεδιάζεται ώστε να μην υπάρχει καν ο κίνδυνος. Μ’ αυτή την έννοια δεν υπάρχει ατύχημα. Είναι κακός και ελλιπής σχεδιασμός και μη εφαρμογή κανόνων. Οποιοδήποτε εργατικό συμβάν εμείς το ονομάζουμε έγκλημα».
Παράλληλα επισήμανε την υποβάθμιση της ιατρικής της εργασίας στην Ελλάδα. Αντί να αποτελεί μια εξειδικευμένη επιστημονική ειδικότητα που ασχολείται με την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων, έχει ενταχθεί σε ένα γενικότερο πλαίσιο όπου οποιαδήποτε ιατρική ειδικότητα μπορεί να ασκεί τον ρόλο του γιατρού εργασίας.
Σημαντικό πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί και η ιδιωτικοποίηση των ελέγχων υγιεινής και ασφάλειας. Οι έλεγχοι πραγματοποιούνται από ιδιωτικές εταιρείες που πληρώνονται από τις ίδιες τις επιχειρήσεις τις οποίες καλούνται να ελέγξουν. Η εναλλακτική, όπως υποστήριξε, θα ήταν η δημιουργία μιας δημόσιας υπηρεσίας υγείας και ασφάλειας στην εργασία, ενταγμένης στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και ειδικότερα στις δομές της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.
Τόνισε επίσης ότι υπάρχει συστηματική υποκαταγραφή εργατικών συμβάντων, καθώς τα επίσημα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν τα περιστατικά στον αγροτικό τομέα, τη μαύρη και άτυπη εργασία, τους μετανάστες εργαζόμενους, αλλά ούτε και τα τροχαία ατυχήματα κατά τη μετάβαση προς και από την εργασία που συνδέονται με πολύωρη κόπωση και εξάντληση.
Καταλήγοντας σημείωσε ότι η πραγματική προστασία της υγείας στην εργασία απαιτεί σχεδιασμό, επενδύσεις και αλλαγή προτεραιοτήτων στην παραγωγική διαδικασία, θέτοντας την ανθρώπινη ζωή πάνω από το κέρδος. «Εδώ βρίσκεται και το δίλημμα που συχνά ακούγεται: τα κέρδη τους ή οι ζωές μας», ανέφερε.

Η έκρηξη στη Βιολάντα μέσα στο πλαίσιο της απορρύθμισης της εργασίας
Από την πλευρά του ο Απόστολος Καψάλης τόνισε ότι για να κατανοηθεί ουσιαστικά η εργατοκτονία στη Βιολάντα δεν αρκεί να εξεταστεί μόνο το ίδιο το συμβάν της έκρηξης, αλλά το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβη. Όπως υποστήριξε, από το 2010 και μετά στην Ελλάδα εξελίσσεται ένας «κοινωνικός πόλεμος» ανάμεσα στον πόλο του κεφαλαίου και τον πόλο της εργασίας, με την εργοδοτική πλευρά να υπερισχύει προς το παρόν.
Σύμφωνα με τον ίδιο, μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχει διαμορφωθεί ένα αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης της εργασίας που υποβαθμίζει τα εργασιακά δικαιώματα και τον ρόλο των εργαζομένων ακόμη και σε ζητήματα πρόληψης επαγγελματικών κινδύνων. Όπως σημείωσε, η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση τόσο ως προς τα εργασιακά δικαιώματα, όσο και ως προς τους ελέγχους στους χώρους εργασίας.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι έχει διαμορφωθεί μια νέα εργασιακή συνείδηση, στην οποία η υγεία και η ασφάλεια στην εργασία περνούν σε δεύτερη μοίρα. «Οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες έχουν παραιτηθεί εντελώς από την προσπάθεια να έχουν μια αξιοπρεπή εργασία στο χώρο δουλειάς, πέρα από τις αμοιβές που είναι ένα ζήτημα. Για παράδειγμα σε μια χώρα που δεν έχουμε καθόλου συλλογικές συμβάσεις, δεν έχουμε καθόλου θεσμούς εργατικού ελέγχου στην επιχείρηση».
Ενδεικτικά ανέφερε ότι στο 73% των επιχειρήσεων δεν υπάρχει συνδικαλιστικός εκπρόσωπος, συμβούλιο εργαζομένων ή επιτροπή υγείας και ασφάλειας, παρότι προβλέπονται από τη νομοθεσία.
Υπενθύμισε επίσης ότι ο νόμος επιτρέπει στους εργαζόμενους να απομακρύνονται από τον χώρο εργασίας όταν εκτιμούν ότι υπάρχει άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία τους, χωρίς να υφίστανται συνέπειες. Ωστόσο, αυτό το δικαίωμα ενεργοποιείται μόνο όταν ο κίνδυνος καταγγελθεί επίσημα.
Τέλος, προειδοποίησε ότι τα εργατικά ατυχήματα ενδέχεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια, λόγω της αύξησης του ορίου ηλικίας των εργαζομένων, της επέκτασης του εργάσιμου χρόνου και των αδυναμιών των ελεγκτικών μηχανισμών. Όπως κατέληξε, απαιτείται επαναφορά του εργατικού ζητήματος στο επίκεντρο των κοινωνικών και πολιτικών διεκδικήσεων, με στόχο την ουσιαστική προστασία της αξιοπρέπειας και της ασφάλειας στους χώρους εργασίας.
«Τέσσερα έως πέντε θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα κάθε χρόνο στη ΔΕΗ»
Ο Δημήτρης Καπέλας, με εμπειρία 38 ετών στη ΔΕΗ, αναφέρθηκε στις αλλαγές που έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στην επιχείρηση και στις συνέπειές τους για την ασφάλεια των εργαζομένων. Όπως σημείωσε, ο κατακερματισμός και η ιδιωτικοποίηση δραστηριοτήτων της εταιρείας έχουν οδηγήσει σε επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, με αποτέλεσμα να καταγράφονται κάθε χρόνο τέσσερα έως πέντε θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις πρότυπες σχολές εκπαίδευσης που λειτουργούσαν παλαιότερα στη ΔΕΗ, όπου οι εργαζόμενοι εκπαιδεύονταν συστηματικά σε ζητήματα ασφάλειας και πρακτικής άσκησης. Όπως τόνισε, αυτές οι δομές εκπαίδευσης δεν λειτουργούν πλέον ή υπολειτουργούν.
Παράλληλα, περιέγραψε τις δύσκολες συνθήκες που επικρατούν σήμερα στη μεγαλύτερη ενεργειακή επιχείρηση της χώρας, επισημαίνοντας ότι τα προβλήματα δεν αφορούν μόνο στην ασφάλεια των εργαζομένων αλλά και στην ασφάλεια των πολιτών. Σύμφωνα με τον ίδιο, η συντήρηση πολλών υποσταθμών δεν έχει πραγματοποιηθεί από το 2010, κυρίως λόγω έλλειψης προσωπικού, ενώ δημιουργούνται νέες διευθύνσεις χωρίς να υπάρχει το απαραίτητο στελεχιακό δυναμικό για να τις υποστηρίξει.
«Η πίεση της κοινωνίας θα φέρει δικαιοσύνη»
Ο Θανάσης Καμπαγιάννης στο πλαίσιο της εισήγησής του τόνισε ότι ζούμε σε μια περίοδο όπου η ανθρώπινη ζωή φαίνεται να έχει υποτιμηθεί, ενώ στον δημόσιο λόγο καλλιεργείται ένα ψευδές δίλημμα: «ασφάλεια ή εργασία». Όπως υπογράμμισε, πρόκειται για μια τεχνητή αντίθεση που παρουσιάζει την προστασία της ζωής των εργαζομένων ως εμπόδιο για την απασχόληση, ενώ το πραγματικό ζητούμενο είναι να συνυπάρχουν και τα δύο.
Αναφέρθηκε σε δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών (Α. Γεωργιάδη), σημειώνοντας ότι παρεμβάσεις που έγιναν από την εκτελεστική εξουσία στις πρώτες ημέρες μετά το δυστύχημα επιχειρούσαν να προδικάσουν το αποτέλεσμα της έρευνας, παρουσιάζοντας το εργοστάσιο ως πλήρως ελεγχόμενο και σύννομο. Σύμφωνα με τον ίδιο, τέτοιες τοποθετήσεις μπορούν να επηρεάσουν τη δικαστική διερεύνηση.
Υποστήριξε ότι στην Ελλάδα υπάρχει η αντίληψη πως το κράτος ή οι ισχυροί οικονομικοί παράγοντες δεν μπορούν εύκολα να βρεθούν στη θέση του κατηγορουμένου. Αυτό, όπως είπε, έχει φανεί και σε άλλες μεγάλες υποθέσεις, όπου η ευθύνη ισχυρών φορέων δύσκολα διερευνάται.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία των τοπικών κινητοποιήσεων, της αντίδρασης του Εργατικού Κέντρου, των απεργιών και των συγκεντρώσεων. Όπως σημείωσε, η κοινωνική πίεση συνέβαλε στο να αντιμετωπιστεί η υπόθεση πιο αυστηρά νομικά, με σοβαρότερη κατηγορία.
Τόνισε ότι η ύπαρξη εργατικών σωματείων και συλλογικών μορφών οργάνωσης στους χώρους δουλειάς αποτελεί βασικό στοιχείο δημοκρατίας και πως παρά τη συστηματική απαξίωσή τους, τα σωματεία είναι κρίσιμος μηχανισμός υπεράσπισης των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Ο γνωστός δικηγόρος κατέληξε επισημαίνοντας πως «χρειάζεται να υπάρχει μια πρωτοβουλία στήριξης αυτών των πέντε οικογενειών και δεν εννοώ τόσο υλικής, εννοώ πολιτική στήριξη στο δικαστήριο που έχουμε μπροστά. Το χειρότερο λάθος που έχουμε να κάνουμε είναι να αφήσουμε απερίσπαστη την Δικαιοσύνη να κάνει το έργο της. Είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να το κάνει αν την αφήσουμε απερίσπαστη. Άρα χρειάζεται προσπάθεια αλληλεπίδρασης με τις ίδιες τις οικογένειες, με τους δικηγόρους τους προκειμένου να φτάσει αυτή η υπόθεση σε μια απόδοση δικαιοσύνης που να την λογαριάζουν οι εργοδότες. Να την έχουν στο μυαλό τους ότι αυτό μπορεί να σου συμβεί αν έχεις την κατάσταση την οποία είχε το συγκεκριμένο εργοστάσιο. Κι αυτό είναι ένας συγκεκριμένος λόγος να αλλάξει τον συσχετισμό».