Η «Αν(τ)οχή» δεν είναι μια ιστορία του χθες

Μια συζήτηση με την Ελευθερία Τίγκα για την αληθινή ιστορία πίσω από τη Λένη, τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αντοχή και την ανοχή και τις σιωπές που εξακολουθούν να περιβάλλουν τη βία κατά των γυναικών

 

“Σε ένα μικρό, ορεινό, πανέμορφο χωριό της Θεσσαλίας, την Καρυδίτσα, ο Στέφανος δέχεται εκ μέρους της αδερφής του, Λένης, την πρόταση του τοπικού άρχοντα που ζητάει τη Λένη σε γάμο. Ένας πλούσιος γάμος που θα της εξασφαλίσει μια άνετη ζωή.

Έτσι αρχίζει το παραμύθι. Ή ο εφιάλτης. Επειδή ο άρχοντας, ο Βασίλης, είναι καταπιεστικός, βίαιος και κακοποιητής, και καταδικάζει τη Λένη σε μια ζωή γεμάτη σιωπή, φόβο, και μώλωπες σε όλο της το σώμα.

Η Λένη αποκτά δυο γιούς, αλλά ο Βασίλης, στη διάρκεια μιας αποκάλυψης και ενός ξεσπάσματος, προσπαθεί να τη σκοτώσει. Η Λένη φυγαδεύεται στα Τρίκαλα, όπου κατοικεί ο αδερφός της με την οικογένειά του. Εκεί η Λένη περνάει μια έντονη κρίση κατάθλιψης.

Μετακομίζοντας στην Αθήνα, η Λένη γίνεται φίλη με τη Διονυσία, με την οποία τη συνδέει κοινό παρελθόν. Κληρονομεί το σπίτι της Διονυσίας και εργάζεται σκληρά για να μεγαλώσει τα παιδιά της.

Σήμερα, ένα ελαφρύ εγκεφαλικό την υποχρεώνει να συγκατοικήσει με την οικογένεια του μικρότερου γιου της, του Αχιλλέα.

Παράλληλα, ο μεγαλύτερος γιος της, ο Άρης, αποφασίζει να πάει εκδρομή στην Καρυδίτσα για ένα Σαββατοκύριακο, μαζί με τον σύντροφό του.

Ο Βασίλης, που κατοικεί ακόμα στην Καρυδίτσα, απαιτεί να τον δει αλλά πεθαίνει πριν προλάβει να συναντηθεί με τον γιό του”.

 

Όταν ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου «Αν(τ)οχή» της Τρικαλινής συγγραφέως Ελευθερίας Τίγκα, πίστεψα πως είχα διαβάσει μια ιστορία που ανήκει στο παρελθόν. Από αυτές που μας υπενθυμίζουν πόσο δύσκολη ήταν κάποτε η ζωή για την πλειονότητα των γυναικών, πόσο περιορισμένες επιλογές είχαν και πόσο η κακοποίηση παρέμενε κρυμμένη πίσω από κλειστές πόρτες, κοινωνικές συμβάσεις και σιωπές που κανείς δεν τολμούσε να σπάσει.

 

Τα στοιχεία της τελευταίας πανευρωπαϊκής έρευνας για τη βία κατά των γυναικών που είδαν το φως της δημοσιότητας προ ημερών, ήρθαν να διαψεύσουν την βολική σκέψη ότι τα όσα περιγράφονται στο βιβλίο ανήκουν οριστικά σε άλλες εποχές. Σχεδόν μία στις τρεις γυναίκες στην Ευρώπη εξακολουθεί να έχει βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία, ενώ τα ποσοστά παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα σε σχέση με μια δεκαετία πριν. Παρά τις θεσμικές κατακτήσεις και τη μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθητοποίηση, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο ανθεκτική στην αλλαγή απ’ όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.

 

Και τότε συνειδητοποίησα ότι η «Αν(τ)οχή» δεν είναι ένα βιβλίο για το χθες. Είναι ένα βιβλίο που συνομιλεί άμεσα με το σήμερα.

 

Η Λένη, η ηρωίδα του βιβλίου, δεν εκπροσωπεί μόνο τις γυναίκες μιας άλλης εποχής. Εκπροσωπεί όλες τις γυναίκες που εξακολουθούν να παλεύουν με τον φόβο, τη σιωπή, την εξάρτηση και τη βία. Γίνεται η φωνή όσων δεν μπόρεσαν να μιλήσουν και ταυτόχρονα μια υπενθύμιση ότι η πρόοδος δεν μετριέται μόνο με νόμους και στατιστικές, αλλά με ζωές που αλλάζουν πραγματικά.

 

Με αφορμή το πρώτο της μυθιστόρημα, μιλήσαμε με την Ελευθερία Τίγκα για την αληθινή ιστορία που κρύβεται πίσω από τη Λένη, για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αντοχή και την ανοχή και για τους λόγους που καθιστούν τη συζήτηση γύρω από τη βία κατά των γυναικών πιο επίκαιρη και αναγκαία από ποτέ.

 

-Τι ήταν αυτό που σε ώθησε να γράψεις την ιστορία της Λένης;

 

Η ιστορία της Λένης έχει πυρήνα διαχρονικό που αγγίζει κάθε γυναίκα. Όταν άκουσα την ιστορία της σκέφτηκα ότι κάποιος πρέπει να μιλήσει εκ μέρους της Λένης, εφόσον σε εκείνη δεν δόθηκε ποτέ φωνή.

 

-Στην πρώτη σελίδα του βιβλίου γράφεις ότι είναι εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα. Πόσο κοντά βρίσκεται η μυθοπλασία στην αληθινή ιστορία;

 

Έμπνευση για το βιβλίο υπήρξαν πραγματικά γεγονότα. Άλλαξα, ωστόσο, την εποχή, δημιούργησα τους υπόλοιπους ήρωες, έστησα το σκηνικό όπου εκτυλίσσεται η ιστορία και πρόσθεσα πολλά επιπλέον μυθοπλαστικά στοιχεία. Για εμένα σημαντικό δεν ήταν η ιστορική πιστότητα, αλλά κυρίως η ανάδειξη της διαχρονικής προσπάθειας ενός ανθρώπου να απεμπλακεί από δεσμά καταπίεσης και βίας, και να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή και ευτυχισμένη ζωή.

Η ζωή γράφει τις πιο απίθανες, αλλά και τις πιο σκληρές και βίαιες ιστορίες, και ήθελα να μιλήσω κι εγώ, όσο μου αναλογεί, για την αντοχή μιας καθημερινής γυναίκας, της Λένης, με όνειρα, επιθυμίες, αδυναμίες και, πάνω απ’ όλα, με τη δική της δύναμη.

 

-Θυμάσαι τι ένιωσες όταν άκουσες για πρώτη φορά την ιστορία της Λένης;

 

Ήμουν αρκετά μικρότερη όταν άκουσα για πρώτη φορά την ιστορία, και θυμάμαι ότι η αντίδρασή μου ήταν να νιώσω θλίψη και ανησυχία για το τι απέγινε αυτή η γυναίκα, και αν κατάφερε να ξεφύγει. Ένιωθα ότι πίσω από τα γεγονότα υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε κουβαλήσει πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να πει.

Η ιστορία της Λένης δεν αφορά μόνο τους κατοίκους του χωριού της, των Τρικάλων ή της Ελλάδας. Ακούμε ανάλογες ειδήσεις καθημερινά, που προέρχονται από όλο τον πλανήτη.

Οπότε, όταν αποφάσισα να καταγράψω την ιστορία προσθέτοντας μυθοπλαστικά στοιχεία, θέλησα να μεταδώσω τη θλίψη που αναπόφευκτα νιώθει κάποιος ακούγοντας τα γεγονότα, αλλά και μια ελπίδα, ότι τα πράγματα ίσως και να μπορούν να αλλάξουν.

 

-Τι συμβολίζει για σένα ο τίτλος «Αν(τ)οχή» και πως προέκυψε;

 

Ο τίτλος «Αν(τ)οχή» προέκυψε από την ανάγκη μου να χωρέσω σε μία λέξη ολόκληρη την ουσία της ιστορίας της Λένης.

H Αντοχή και η Ανοχή είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ανέχεσαι επειδή αντέχεις, και αντέχεις άρα ανέχεσαι. Ώσπου αποφασίζεις ότι η ζωή είναι μία μόνο και είναι πολύτιμη, και σταματάς να ανέχεσαι και να αντέχεις άλλο.

Η Λένη δεν αντέχει απλώς. Προχωρά. Μετακινείται από τη θέση της γυναίκας που υφίσταται σε εκείνη της γυναίκας που αποφασίζει για τη ζωή της.

 

-Τελικά η Λένη είναι ηρωίδα επειδή άντεξε ή επειδή κάποια στιγμή αποφάσισε να μην αντέχει άλλο;

 

Ο ηρωισμός της καθημερινότητας χαρακτηρίζεται από μικρές πράξεις που έχουν τεράστια σημασία. Η Λένη έμεινε σε έναν κακοποιητικό γάμο για να προστατεύσει τα παιδιά της και έφυγε από αυτό τον γάμο όταν είδε ότι τα παιδιά της κινδύνευαν, χωρίς να υπολογίσει ποτέ τη δική της ασφάλεια ή τη δική της ευτυχία. Υπάρχει μια λεπτή αλλά πολύ σημαντική διαφορά ανάμεσα στο «αντέχω» και στο «επιλέγω».

Η Λένη είναι μια συνηθισμένη γυναίκα που δρα με αυτοθυσία, και αυτό την καθιστά ηρωίδα της καθημερινότητας, όπως τόσες άλλες αθόρυβες και ουσιαστικές γυναίκες.

 

-Γράφοντας αυτή την ιστορία, ανακάλυψες πράγματα για τις γυναίκες της γενιάς των γιαγιάδων και των μητέρων μας που δεν είχες συνειδητοποιήσει προηγουμένως;

 

Με συντάραξε η έλλειψη αυτοδιάθεσης και επιλογών των γυναικών των παλιότερων γενεών, και αυτό είναι κάτι που δεν είχα συνειδητοποιήσει προηγουμένως. Άλλοι αποφάσιζαν για τη μόρφωση που θα λάμβαναν, και μόρφωση σημαίνει ελευθερία, για τον γάμο που θα έκαναν αυτές οι γυναίκες, άλλοι διαπραγματεύονταν την προίκα τους και τους πρόβαλαν την υποχρέωση να κάνουν παιδιά.

Οι γυναίκες των προηγούμενων γενεών ανήκαν στον πατέρα τους, στη συνέχεια στον σύζυγό τους και εν τέλει στα παιδιά τους, χωρίς να μπορούν ποτέ να απολαύσουν μια στιγμή αυτοδιάθεσης.

Συνειδητοποίησα πόσα πράγματα κουβαλούσαν οι γυναίκες παλιότερων γενεών σιωπηλά. Πόσες φορές χρειάστηκε να κάνουν υπομονή, να συμβιβαστούν, να βάλουν τις δικές τους ανάγκες στην άκρη και να συνεχίσουν, χωρίς να έχουν πάντα τη δυνατότητα να επιλέξουν τη ζωή που πραγματικά ήθελαν.

Με συγκίνησε ιδιαίτερα το γεγονός ότι πολλές από αυτές τις γυναίκες δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους δυναμικό ή γενναίο. Κι όμως, ήταν. Η δύναμή τους δεν ήταν πάντα θεαματική, αλλά πίσω από πολλές φαινομενικά ήσυχες ζωές υπήρχαν γυναίκες που έδιναν καθημερινά τη δική τους μάχη.

 

-Μέσα από την ιστορία της Λένης αναδεικνύεις μια ολόκληρη εποχή. Πόσο διαφορετική πιστεύεις ότι είναι σήμερα η θέση μιας γυναίκας που βιώνει κακοποίηση;

 

Θα ήθελα να πω ότι τα πράγματα έχουν βελτιωθεί κατά πολύ, δυστυχώς όμως δεν ισχύει αυτό. Σήμερα μια γυναίκα έχει περισσότερη ενημέρωση και, κυρίως, περισσότερες δυνατότητες να μιλήσει και να ζητήσει βοήθεια. Υπάρχει μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθητοποίηση και η βία δεν αντιμετωπίζεται πλέον τόσο εύκολα ως «οικογενειακή υπόθεση». Όμως δεν αρκεί να αλλάξουν οι νόμοι ή η κοινωνική αντίληψη. Η κακοποίηση μπορεί ακόμη να κρύβεται πίσω από τη σιωπή, τον φόβο, την οικονομική εξάρτηση, την ενοχή.

 

-Τι φοβάσαι περισσότερο: έναν άνθρωπο σαν τον κακοποιητή Βασίλη ή μια κοινωνία που του επιτρέπει να υπάρχει ανενόχλητος;

 

Ο Βασίλης δεν γεννήθηκε κακός, η συμπεριφορά του οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανατροφή που έλαβε από τον κακοποιητικό, σκληρό και αδιάφορο πατέρα του. Μεγάλωσε ορφανός από μητέρα, χωρίς κανέναν να τον αγαπάει πραγματικά, χωρίς να λάβει ποτέ τρυφερότητα.

Σαφώς, κάποια στιγμή ενηλικιωνόμαστε και παύουμε να κατηγορούμε τους γονείς, λαμβάνοντας οι ίδιοι αποφάσεις για τον εαυτό μας. Ο Βασίλης πήρε κάκιστες αποφάσεις και έδρασε με φριχτό τρόπο.

Εντούτοις, ο Βασίλης μεγάλωσε στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που έβλεπε πώς του φερόταν ο πατέρας του αλλά δεν επενέβη ποτέ ούτε στο ελάχιστο.

Οι κακοποιητές δεν γεννιούνται, δημιουργούνται.

Η μεγαλύτερη ευθύνη μας είναι να μη σιωπούμε και κυρίως, να μη ζητάμε από το θύμα να προσαρμοστεί στην κακοποίηση. Η Λένη δεν χρειάζεται μια κοινωνία που απλώς τη λυπάται. Χρειάζεται μια κοινωνία που στέκεται δίπλα της.

 

-Το βιβλίο φωτίζει τη ζωή μιας γυναίκας που πιθανότατα θα έμενε «αόρατη» για την Ιστορία. Πόσο σημαντικό είναι να διασώζονται και να καταγράφονται οι ιστορίες των «ανώνυμων» γυναικών;

 

Οι γυναίκες, ιδιαίτερα οι γυναίκες προηγούμενων γενεών, έχουν αφήσει πίσω τους έναν τεράστιο όγκο από βιώματα, αγώνες, θυσίες και σιωπές που κινδυνεύουν να χαθούν.

Η Λένη θα μπορούσε να μείνει μία ακόμη ανώνυμη γυναίκα. Μία γυναίκα που έζησε, υπέφερε, άντεξε, αγωνίστηκε και συνέχισε τη ζωή της χωρίς να γνωρίζει ποτέ κανείς τι πραγματικά πέρασε. Όταν διασώζουμε αυτές τις ιστορίες δίνουμε φωνή σε ανθρώπους που δεν είχαν τη δυνατότητα να μιλήσουν και ταυτόχρονα βοηθάμε τις επόμενες γενιές να καταλάβουν πόσο δρόμο έχουμε διανύσει, αλλά και πόσο δρόμο μένει ακόμη να διανύσουμε.

Για μένα, η Λένη είναι η φωνή πολλών γυναικών που δεν έμειναν στην Ιστορία με το όνομά τους, αλλά άφησαν το αποτύπωμά τους στις ζωές των ανθρώπων που ήρθαν μετά από εκείνες.

 

-Υπήρξε κάποια σκηνή ή κάποια στιγμή της αφήγησης που σε δυσκόλεψε ιδιαίτερα;

 

Όταν γράφεις μια ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, υπάρχει μια διαφορετική ευθύνη. Δεν γράφεις απλώς μια σκηνή, προσπαθείς να αποδώσεις ένα βίωμα χωρίς να προδώσεις τον άνθρωπο που το έζησε.

Οι πιο δύσκολες στιγμές ήταν εκείνες όπου η κακοποίηση δεν ήταν απαραίτητα θεαματική, αλλά κρυβόταν σε μια λέξη, σε μια συμπεριφορά, σε μια σιωπή. Γιατί πολλές φορές η βία γίνεται αισθητή αθόρυβα.

Παρά τη δυσκολία, αισθανόμουν ότι αυτές οι σκηνές έπρεπε να καταγραφούν. Γιατί αν αποφάσιζα να τις παραλείψω επειδή ήταν επώδυνες, θα άφηνα ξανά τη Λένη στη σιωπή. Και αυτό ήταν ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι, να δώσω χώρο σε μια γυναίκα που για πολλά χρόνια δεν είχε τη δυνατότητα να μιλήσει.

 

-Όταν ολοκλήρωσες  το τελευταίο κεφάλαιο, ένιωσες ότι έγραψες μια ιστορία…

Ένιωσα ένα παράξενο αίσθημα ευθύνης. Γιατί από τη στιγμή που η ιστορία της Λένης έγινε βιβλίο, έπαψε να είναι μόνο δική μου. Πέρασε στους αναγνώστες και ο καθένας μπορεί να τη διαβάσει μέσα από τα δικά του βιώματα.

 

-Πώς επηρέασαν οι σπουδές και η επαγγελματική σου πορεία τον τρόπο που γράφεις;

 

Η επαγγελματική μου ζωή, μέσα από τη συνεργασία μου με ανθρώπους διαφορετικών πολιτισμών και νοοτροπιών, με έμαθε κυρίως να ακούω. Να παρατηρώ όχι μόνο αυτά που λέγονται, αλλά και αυτά που μένουν πίσω από τις λέξεις.

Οι σπουδές μου, από την άλλη, μου έδωσαν τα εργαλεία της γλώσσας και της επικοινωνίας, αλλά οι άνθρωποι δεν χωράνε εύκολα σε κατηγορίες.

Ίσως γι’ αυτό, όταν γράφω, με ενδιαφέρει περισσότερο ο άνθρωπος παρά το γεγονός. Με ενδιαφέρει τι αισθάνεται, τι φοβάται, τι κρύβει, τι ονειρεύεται, τι ελπίζει και, κυρίως, τι τον κάνει να συνεχίζει.

 

-Υπάρχουν συγγραφείς που θεωρείς ότι έχουν επηρεάσει καθοριστικά τη γραφή, τη θεματολογία ή τη ματιά σου πάνω στους ανθρώπους και τις ιστορίες τους;

 

Υπάρχουν συγγραφείς που με έχουν επηρεάσει, όχι απαραίτητα επειδή προσπάθησα να μιμηθώ τη γραφή τους, αλλά επειδή μου έμαθαν έναν διαφορετικό τρόπο να κοιτάζω τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους. Για παράδειγμα η κοφτερή και διεισδυτική ματιά της Jane Austen στους χαρακτήρες των ηρώων της έχει πολλά να μας πει.

Με ενδιαφέρει η γραφή που δεν χαρίζει εύκολες απαντήσεις και δεν χωρίζει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς. Οι ήρωες που έχουν αντιφάσεις, αδυναμίες, φόβους και στιγμές δύναμης είναι εκείνοι που ενδιαφέρουν.

 

-Δουλεύεις αυτή την περίοδο κάτι καινούργιο που θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας;

 

Πράγματι, δουλεύω ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται και προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα και το προνόμιο να μεγαλώσει ένα παιδί;

 


 

  • Η Ελευθερία Τίγκα γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Τρίκαλα.
    Σπούδασε στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ολοκλήρωσε το Τμήμα Διερμηνείας, Μετάφρασης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Στρασβούργου ΙΙ (Marc Bloch) και κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο στη Λογοτεχνία (κατεύθυνση Παιδική Λογοτεχνία) από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (I.K.Y.).
    Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.