Μια πολυεπίπεδη ανάλυση για το πώς το χρόνιο στρες, η τεχνολογία και ο σύγχρονος τρόπος ζωής διαμορφώνουν πλέον όχι μόνο την ψυχική υγεία, αλλά και τη βιολογία του ανθρώπου παρουσίασε χθες ο Γεώργιος Χρούσος ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και κάτοχος της Έδρας UNESCO στην Εφηβική Υγεία και Ιατρική, εστιάζοντας ιδιαίτερα στα παιδιά και στις νεότερες γενιές.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του με τίτλο «Οι νέοι μας και η ψηφιακή επανάσταση», την οποία διοργάνωσε η Τρικαλινή Λέσχη Προβληματισμού στο Κτήριο Παπαστεριάδη, ο καθηγητής κινήθηκε ανάμεσα στη βιολογία, την ψυχολογία, την κοινωνιολογία αλλά και τη φιλοσοφία για να εξηγήσει πώς ο σύγχρονος άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή συνθήκη συνεχούς πίεσης, υπερδιέγερσης και απορρύθμισης, η οποία επηρεάζει βαθιά τον εγκέφαλο, το σώμα και τελικά την ίδια την εξέλιξη του ανθρώπου.
Όταν το περιβάλλον γράφει πάνω στο DNA
Ο Γεώργιος Χρούσος υποστήριξε ότι σήμερα η επιστήμη γνωρίζει πλέον πως το περιβάλλον δεν επηρεάζει μόνο τη συμπεριφορά μας αλλά και την ίδια την έκφραση των γονιδίων μας μέσω της επιγενετικής. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «η ανάπτυξη του ατόμου είναι ευαίσθητη στην επιγενετική, δηλαδή στο τι συμβαίνει πέραν της γενετικής», εξηγώντας ότι δύο είναι οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν πλέον τη βιολογική και ψυχική πορεία του ανθρώπου: το στρες και ο πολιτισμός.
«Η κουλτούρα μας προχώρησε πάρα πολύ, τόσο σαν επιστήμη όσο και σαν τεχνολογία, και αυτό έχει ήδη επηρεάσει το γονιδίωμά μας και θα το επηρεάσει ακόμη περισσότερο» σημείωσε, τονίζοντας ότι η τεχνολογική έκρηξη των τελευταίων δεκαετιών δημιουργεί αλλαγές με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από όσους μπορεί να προσαρμοστεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος.
Ο εγκέφαλος που δεν σταματά ποτέ
Σημαντικό μέρος της ομιλίας αφιερώθηκε στο χρόνιο στρες το οποίο χαρακτήρισε ως τη μεγαλύτερη απειλή της σύγχρονης κοινωνίας. Ο καθηγητής εξήγησε ότι το στρες είναι η κατάσταση κατά την οποία απειλείται η ομοιόσταση, δηλαδή η εσωτερική ισορροπία του οργανισμού. Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι μόνο η ύπαρξη στρεσογόνων γεγονότων, αλλά το γεγονός ότι το στρες έχει γίνει συνεχές και αδιάκοπο.
«Το πρόβλημα σήμερα είναι το χρόνιο ψυχοκοινωνικό, οικονομικό, οικολογικό και τεχνολογικό στρες. Δεν σταματά ποτέ. Είναι πρωί, μεσημέρι, βράδυ» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή η μόνιμη ενεργοποίηση των μηχανισμών άμυνας του οργανισμού οδηγεί σε αύξηση του άγχους, της επιθετικότητας, της κατάθλιψης και της ψυχικής εξουθένωσης. Όπως είπε «πολλοί άνθρωποι σήμερα έχουν συνέχεια θυμό και επιθετικότητα, άλλοι φόβο και άγχος, άλλοι απελπισία και παράλυση».

Τα παιδιά στο επίκεντρο της κρίσης
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις επιπτώσεις της ψηφιακής ζωής και των νέων τεχνολογιών, κυρίως στις νεότερες γενιές. Ο Γεώργιος Χρούσος μίλησε για τις λεγόμενες «ψηφιακές εξαρτήσεις», περιγράφοντας μια νέα μορφή μεταμοντέρνου στρες που συνδέεται με τον καταιγισμό πληροφοριών, την αδιάκοπη χρήση κινητών τηλεφώνων και την απομάκρυνση από τη φυσική κοινωνική επαφή.
Αναφέρθηκε μάλιστα στη “νομοφοβία” (από την αγγλική έκφραση NO MObile PHone PhoBIA), δηλαδή στον φόβο του ανθρώπου να αποχωριστεί το κινητό του τηλέφωνο, αλλά και στο φαινόμενο “hikikomori” που εμφανίστηκε αρχικά στην Ιαπωνία και αφορά στους νέους οι οποίοι απομονώνονται πλήρως από την κοινωνική ζωή παραμένοντας κλεισμένοι στο σπίτι μπροστά σε μια οθόνη.
Σύμφωνα με τον καθηγητή η ψηφιακή επανάσταση έχει επιδεινώσει δραματικά την ψυχική υγεία της Generation Z, δηλαδή των νέων που γεννήθηκαν μετά το 1995. Μεταξύ των βασικών παραγόντων που, όπως είπε, οδηγούν στην επιδείνωση της ψυχικής τους κατάστασης είναι: η έλλειψη νοήματος και προσανατολισμού, οι οικονομικές ανησυχίες, η πίεση για επιτυχία, η αίσθηση ότι «ο κόσμος καταρρέει», η μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση καθώς και τα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα.
Κρίσιμες περίοδοι ανάπτυξης
Ο κ. Χρούσος στάθηκε στη συνέχεια στην παιδική και εφηβική ηλικία τις οποίες χαρακτήρισε «κρίσιμες περιόδους ανάπτυξης». Όπως εξήγησε, υπάρχουν τρεις φάσεις κατά τις οποίες ο ανθρώπινος εγκέφαλος και ο οργανισμός είναι εξαιρετικά ευάλωτοι: η εμβρυϊκή ζωή, τα πρώτα πέντε χρόνια και η εφηβεία.
«Σε αυτές τις περιόδους η πλαστικότητα του εγκεφάλου είναι τεράστια και οι εμπειρίες μπορούν να αφήσουν μόνιμο αποτύπωμα στον οργανισμό», ανέφερε, εξηγώντας ότι το παρατεταμένο στρες μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του εγκεφάλου ακόμη και διά βίου.
Παράλληλα παρουσίασε ανησυχητικά στοιχεία για τη ραγδαία αύξηση των αναπτυξιακών και ψυχικών δυσκολιών στα παιδιά. Όπως είπε, «ένα στα τέσσερα με πέντε παιδιά παρουσιάζει πλέον κάποια αναπτυξιακή διαταραχή», ενώ σημείωσε ότι τα περιστατικά ΔΕΠΥ, μαθησιακών δυσκολιών και αυτισμού αυξάνονται συνεχώς.
Ιδιαίτερη ανησυχία εξέφρασε και για την ποιότητα ζωής στις δυτικές κοινωνίες. Αναφέρθηκε στη διατροφή με υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, στην καθιστική ζωή, στην έλλειψη ύπνου, στη μοναξιά και στη διαρκή έκθεση σε στρεσογόνες πληροφορίες και ερεθίσματα.
«Κοιμόμαστε περίπου δύο ώρες λιγότερο από ό,τι κοιμούνταν οι γονείς μας», είπε χαρακτηριστικά, ενώ τόνισε ότι η κακή υγιεινή ύπνου επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία του εγκεφάλου, τη μνήμη, τη μάθηση αλλά και τη σχολική επίδοση των παιδιών.
Δεν είναι η τεχνολογία το πρόβλημα, αλλά η απουσία ορίων
Ολοκληρώνοντας την ομιλία του ο καθηγητής υπογράμμισε ότι η λύση δεν είναι η απόρριψη της τεχνολογίας, αλλά η ισορροπία. Παρουσιάζοντας τις βασικές του συστάσεις μίλησε για την ανάγκη περιορισμού της χρήσης οθονών πριν από τον ύπνο, τη δημιουργία σταθερών καθημερινών ρουτινών, τη σωστή υγιεινή ύπνου και την ενίσχυση της πραγματικής κοινωνικής επαφής.
«Η ισορροπία είναι το κλειδί. Δεν πρέπει να δαιμονοποιούμε την τεχνολογία», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι γονείς, τα σχολεία αλλά και οι ίδιες οι ψηφιακές πλατφόρμες οφείλουν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός πιο υγιούς περιβάλλοντος για τα παιδιά και τους νέους.


