Η φωτογραφική έκθεση “Chernobyl -The Exclusion Zone” στο Terra Immersia στην Καλαμπάκα μετατρέπει τη μνήμη της πυρηνικής τραγωδίας σε στοχασμό για τα όρια της τεχνολογικής προόδου και την ανθρώπινη ευθύνη.
Σαράντα χρόνια μετά την πυρηνική καταστροφή που στιγμάτισε τον 20ο αιώνα, το Τσερνόμπιλ εξακολουθεί να λειτουργεί ως μια ανοιχτή πληγή στη συλλογική μνήμη. Όχι μόνο για όσα συνέβησαν εκείνον τον Απρίλιο του 1986, αλλά και για όσα εξακολουθεί να υπενθυμίζει σήμερα σχετικά με τα όρια της ανθρώπινης ισχύος, της τεχνολογικής αλαζονείας και της ευθύνης.
Για τον φωτογράφο Βασίλη Τσιώλη όμως το Τσερνόμπιλ δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός, ούτε ένας τόπος εγκατάλειψης. Είναι ένας ζωντανός τόπος ερωτημάτων.
Το 2014 ταξίδεψε στη Ζώνη Αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ και στην παγωμένη στον χρόνο Πρίπιατ, καταγράφοντας έναν κόσμο όπου η απουσία του ανθρώπου μοιάζει σχεδόν εκκωφαντική. Δώδεκα χρόνια αργότερα επιστρέφει σε εκείνο το υλικό και το παρουσιάζει στην προσωπική του έκθεση “Chernobyl – The Exclusion Zone” στον νέο εκθεσιακό χώρο Terra Immersia στην Καλαμπάκα, όπου η φωτογραφική τεκμηρίωση υπερβαίνει τα όρια μιας συμβατικής παρουσίασης και μετατρέπεται σε μια καθηλωτική εμπειρία. Ο επισκέπτης δεν στέκεται απλώς απέναντι από τις εικόνες, αλλά βυθίζεται σε έναν 360 μοιρών οπτικό κόσμο που μεταφέρει με σχεδόν βιωματικό τρόπο την αίσθηση της ερήμωσης και της αόρατης απειλής του τόπου.
Με αφορμή αυτή την έκθεση, συνομιλήσαμε μαζί του για το πώς βίωσε εκείνο το ταξίδι, τι σημαίνει να φωτογραφίζεις έναν τόπο όπου η απειλή είναι αόρατη και γιατί το Τσερνόμπιλ παραμένει σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ:

-Τι σας ώθησε να ταξιδέψετε το 2014 στη Ζώνη Αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ και τι αναζητούσατε πραγματικά εκεί;
Η ενασχόληση μου με τη φωτογραφία, για μένα, είναι από μόνη της ένα ταξίδι στο άγνωστο. Είναι μια ανάγκη και συνεχής περιέργεια να ανακαλύπτω νέους κόσμους, να ανοίγω πόρτες και να περπατάω σε δρόμους άγνωστους.
Εκείνη την περίοδο βρισκόμουν στα πρώτα μου βήματα και συνήθιζα να φωτογραφίζω εγκαταλελειμμένα κτήρια. Είχα ήδη κάνει και το πρώτο μου προσωπικό project πάνω σε αυτό το θέμα, οπότε το Τσερνόμπιλ, μαζί με όλο το ιστορικό φορτίο που το ακολουθούσε, αποτελούσε ίσως τον πιο χαρακτηριστικό τόπο αυτής της συνθήκης.
-Ποια ήταν η πρώτη εικόνα που σας σημάδεψε φτάνοντας στην Πρίπιατ;
Αυτό που μου έκανε εντύπωση, και δεν το περίμενα, ήταν η ανθρώπινη δραστηριότητα μέσα στη ζώνη.
Είχα την αίσθηση ότι θα αντικρίσω μια πλήρως εγκαταλελειμμένη περιοχή, χωρίς καμία παρουσία. Όμως, φτάνοντας εκεί, είδα ανθρώπους να εργάζονται κανονικά. Εκείνη την περίοδο βλέπετε βρισκόταν σε εξέλιξη η κατασκευή της νέας σαρκοφάγου και υπήρχε έντονη κινητικότητα.
Επίσης αυτό που θυμάμαι χαρακτηριστικά, είναι μια διαδρομή όπου ο οδηγός ξαφνικά κι ενώ οδεύαμε προς τον πυρηνικό αντιδραστήρα, μας ζήτησε να κλείσουμε τα παράθυρα και πριν ακόμη προλάβουμε να σκεφτούμε τον λόγο, ο μετρητής ραδιενέργειας άρχισε να χτυπά έντονα, συνεχόμενα. Η αίσθηση που είχα, ήταν σαν να περνάμε μέσα από μια αόρατη κουρτίνα ραδιενέργειας.
Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα πως η ραδιενέργεια είναι εκεί και λειτουργεί με όρους που δεν βλέπεις, αλλά καθορίζουν τα πάντα.
-Πώς φωτογραφίζεις κάτι που δεν φαίνεται αλλά καθορίζει τα πάντα;
Φωτογραφίζεις τις συνέπειες, ουσιαστικά. Αυτό που αφήνει πίσω. Βλέπεις την εγκατάλειψη, τα προσωπικά αντικείμενα που έχουν μείνει στον χώρο και αντιλαμβάνεσαι ότι εκεί υπήρχε ζωή.
Και αμέσως γεννιέται ένα πολύ απλό ερώτημα: Τι είναι οι πόλεις και τα σπίτια μας χωρίς την παρουσία του ανθρώπου; Τίποτα, μόνο άψυχα υλικά, συνεπώς, το επίκεντρο παραμένει πάντα ο άνθρωπος.
-Σαράντα χρόνια μετά το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνόμπιλ, τι πιστεύετε ότι δεν έχουμε καταλάβει ή επιλέγουμε να αγνοούμε;
Νομίζω ότι αυτό που δεν έχουμε καταλάβει ή ίσως επιλέγουμε να αγνοούμε, είναι το πόσο ανθρώπινη είναι αυτή η ιστορία.
Πολλές φορές κοιτάμε, από την ασφάλεια της απόστασής μας, ένα γεγονός και παραβλέπουμε τις ανθρώπινες ιστορίες που εκτυλίχθηκαν εκεί.
Ιστορίες ανθρώπων που θυσίασαν τη ζωή τους, ανθρώπων που εκτέθηκαν χωρίς να γνωρίζουν πλήρως τον κίνδυνο, αλλά και ανθρώπων που δεν ανέλαβαν την ευθύνη που τους αναλογούσε.
Όσο περισσότερο ασχολείται κανείς, τόσο περισσότερα αντιλαμβάνεται και αναζητά απαντήσεις: τι ακριβώς συνέβη, ποιες ήταν οι ευθύνες, μπορούσε τελικά να αποφευχθεί;
Δυστυχώς αποδείχθηκε ότι μπορούσε να αποφευχθεί και αποκαλύφθηκε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, πόσο εύθραυστο μπορεί τελικά να είναι ένα σύστημα, που μέχρι τότε έμοιαζε ακλόνητο.

-Πώς σας άλλαξε αυτή η εμπειρία, όχι ως φωτογράφο, αλλά ως άνθρωπο;
Όταν πήγα, είχα σίγουρα μια διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με το σήμερα, καθώς κάποια πράγματα τα αγνοούσα. Μην ξεχνάμε εξάλλου πως η πρόσβαση στην πληροφόρηση δεν τόσο εύκολη όσο είναι σήμερα.
Με τα χρόνια που μεσολάβησαν το Τσερνόμπιλ έχει γίνει κάτι πιο βαθύ. Δεν είναι μόνο οι εικόνες, αλλά η κατανόηση της ευθύνης και των συνεπειών.
Δεν είναι κάτι που ξεχνάς. Σε συνοδεύει.
-Υπάρχει κάποια εικόνα που τραβήξατε εκεί και ακόμα δυσκολεύεστε να αντικρίσετε;
Δεν Θα έλεγα ότι υπάρχει κάποια συγκεκριμένη εικόνα που να αποφεύγω να αντικρίσω.
Φωτογραφίες που έχω τραβήξει και δεν έχω συμπεριλάβει υπάρχουν, προφανώς, γιατί το υλικό είναι πάρα πολύ.
-Υπάρχουν εικόνες που επιλέξατε συνειδητά να μην δείξετε;
Ότι κάνω στα φωτογραφικά μου έργα είναι συνειδητές επιλογές, οπότε μπορώ σίγουρα να σας πω, πως συνειδητά έχω επιλέξει τις φωτογραφίες που έχουν συμπεριληφθεί στην έκθεση.
-Πριν από χρόνια, η σειρά «Τσερνόμπιλ» του HBO εκτόξευσε τον τουρισμό στην περιοχή, κάνοντας πολλούς να μιλούν για τον κίνδυνο η περιοχή να γίνει «τουριστικό θέαμα καταστροφής»; Πού τοποθετείτε τον εαυτό σας μέσα σε αυτό;
Είναι ένα λεπτό ζήτημα. Η σειρά Τσερνόμπιλ έφερε το θέμα στο προσκήνιο και μ’ έναν συγκλονιστικό τρόπο, μας έδειξε την ανθρώπινη πλευρά της τραγωδίας, τις προεκτάσεις που πήρε, τον τρόπο λειτουργίας του καθεστώτος και τις συνέπειες των αποφάσεων που καθόρισαν τις τύχες των ανθρώπων που εκτέθηκαν στην ραδιενέργεια.
Υπάρχει βέβαια πάντα και ο κίνδυνος της επιφανειακής προσέγγισης από τους ανθρώπους.
Για μένα, το Τσερνόμπιλ δεν είναι θέαμα. Είναι ένας τόπος καταστροφής και μνήμης που συνεχίζει να θέτει ερωτήματα.

-Πώς κουβαλάτε αυτό το μέρος μέσα σας όλα αυτά τα χρόνια;
Το κουβαλάω διαφορετικά με τον χρόνο. Στην αρχή αυτής της διαδρομής κυριαρχούσαν οι εικόνες· στη συνέχεια οι σκέψεις και οι προβληματισμοί. Σήμερα επικρατεί η κατανόηση.
Αυτό που διαπιστώνω επίσης είναι πως το Τσερνόμπιλ όχι μόνο δεν απομακρύνεται, αντίθετα, επιστρέφει με άλλο βάθος. Και αυτό, για μένα, είναι ίσως το πιο ουσιαστικό.
-Γιατί επιστρέφετε σε αυτό το έργο σήμερα; Τι σημαίνει για εσάς αυτή η απόσταση του χρόνου;
Όπως είπα και πριν το Τσερνόμπιλ σήμερα είναι εδώ. Μας μιλάει μέσα από την ίδια του την καταστροφή.
Αυτό που επιχειρούμε με την έκθεση είναι να ανοίξουμε έναν διάλογο: γιατί συνέβη το ατύχημα, μπορούσε να αποφευχθεί και τι έχουμε τελικά διδαχθεί από αυτό, ποια είναι η ευθύνη μας απέναντι στη χρήση των νέων τεχνολογιών;
Η πυρηνική ενέργεια υπήρξε μια μεγάλη τομή για την ανθρωπότητα, όπως είναι σήμερα και η τεχνητή νοημοσύνη. Αν όμως τη διαχειριστούμε επιπόλαια και ανεύθυνα, οι συνέπειες μπορεί να είναι τραγικές.
-Στο έργο σας επιστρέφετε συχνά στη μνήμη: Από το Τσερνόμπιλ μέχρι το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων. Οι φωτογραφίες σας φέρνουν τον θεατή αντιμέτωπο με σκληρές και συχνά επώδυνες πραγματικότητες. Τι σας κινητοποιεί να αφηγείστε αυτές τις ιστορίες; Υπάρχει ένα κοινό νήμα που ενώνει όλα τα πρότζεκτ σας;
Αφετηρία είναι πάντα μια προσωπική μου ανάγκη να ψάξω, να μελετήσω και να καταλάβω τι έχει συμβεί.
Για παράδειγμα, η προσωπική μου δουλειά «6 ΜΕΡΕΣ – Η διαδρομή των Ελλήνων Εβραίων», που αφορούσε το Ολοκαύτωμα, ένα γεγονός που σημάδεψε βαθιά τη συλλογική μνήμη, ξεκίνησε μέσα από τη μελέτη μου για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Εκεί άνοιξε ένας ολόκληρος κόσμος που θεωρούσα ότι γνωρίζω. Μεγαλώνουμε με συγκεκριμένες προσλαμβάνουσες και, πολλές φορές ως κοινωνία, μένουμε σε μια επιφανειακή κατανόηση πολύ σημαντικών γεγονότων. Είναι η μελέτη αυτή που θα μας οδηγήσει στις πραγματικές απαντήσεις.
Εγώ προσπαθώ λοιπόν μέσα από τις φωτογραφίες μου να μιλήσω, θα μπορούσα να πω, πως είναι ο δικός μου τρόπος να σταθώ απέναντι στην ιστορία.
Νομίζω ότι το κοινό νήμα σε όλα μου τα έργα είναι αυτό: μια προσπάθεια να φωτίσω υποθέσεις που έχουν διαφύγει της προσοχής μας.
Αν κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά, θα το δει. Και ίσως αυτός είναι ο ρόλος της φωτογραφίας για μένα, να προκαλεί συναισθήματα, σκέψεις και προβληματισμούς, να λειτουργεί ως ένα ερέθισμα για να ψάξει κανείς περισσότερο.
-Σε μια εποχή υπερπαραγωγής εικόνων, τι είναι αυτό που δίνει ακόμη βάρος και αλήθεια σε μια φωτογραφία;
Νομίζω ότι αυτό που κάνει μια φωτογραφία να ξεχωρίζει, είναι η πρόθεση.
Σήμερα όλοι μπορούμε να παράγουμε εικόνες. Η διαφορά όμως βρίσκεται στο γιατί κάνεις μια φωτογραφία, τι θέλεις να πεις μέσα από αυτήν, πόσο χρόνο έχεις αφιερώσει για να κατανοήσεις αυτό που φωτογραφίζεις;

-Πώς θα περιγράφατε την εμπειρία που προσφέρει η έκθεση στο Terra Immersia και ποια είναι η ιδιαίτερη συνθήκη που θα κληθεί να ζήσει ο επισκέπτης μέσα σε αυτό το περιβάλλον;
Πρόκειται για μια εμπειρία όπου ο επισκέπτης δεν στέκεται απέναντι από την εικόνα, αλλά μπαίνει μέσα σε αυτήν.
Ξεκινάμε με ένα ιστορικό πλαίσιο στην εισαγωγή της έκθεσης, γιατί αντιληφθήκαμε ότι ένα μεγάλο μέρος του κοινού και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, δε γνωρίζει τι ακριβώς ήταν το Τσερνόμπιλ και είναι σημαντικό να υπάρχει κατανόηση του τι έχει συμβεί.
Στη συνέχεια ο επισκέπτης περνά σε έναν χώρο όπου οι εικόνες προβάλλονται σε 360 μοίρες, προς όλες τις επιφάνειες, δημιουργώντας έτσι την αίσθηση ότι δεν παρατηρείς απλώς έναν τόπο αλλά τον διασχίζεις, κινείσαι μέσα σε αυτόν.
Επομένως, η τεχνολογία εδώ δεν είναι αυτοσκοπός, δεν έρχεται για να αντικαταστήσει τη φωτογραφία, αλλά λειτουργεί ως μέσο για να ενισχύσει τη σχέση του θεατή με την εικόνα.
*Ο Βασίλης Τσιώλης είναι ανεξάρτητος Έλληνας φωτογράφος που αναπτύσσει μακροχρόνια έργα τεκμηρίωσης με επίκεντρο τον άνθρωπο, το τοπίο και την πολιτισμική μνήμη. Έχει καταγράψει, μεταξύ άλλων, τη Ζώνη Αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ, την προσφυγική κρίση στην Ειδομένη, την πανδημία Covid-19, καθώς και το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων μέσα από το πολυετές έργο «6 Days – The Route of the Greek Jews». Το 2022 επιλέχθηκε στο Canon Student Development Programme και συμμετείχε στο Hamburg Portfolio Review, ενώ έργα του έχουν δημοσιευθεί στον βρετανικό Guardian και σε ελληνικά και ευρωπαϊκά μέσα.
Με τον Βασίλη Τσιώλη συνομιλήσαμε και ζωντανά στο στούντιο της Ραδιοφωνικής Λέσχης Τρικάλων, στο πλαίσιο της εκπομπής «Θωρώντας και Αναθεωρώντας» το Σάββατο 25 Απριλίου, λίγες ώρες πριν τα εγκαίνια της προσωπικής του έκθεσης στον Terra Immersia στην Καλαμπάκα.
Ακούστε τη συνέντευξη στο spotify:


